Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Αντιδάνεια και Ελληνογενείς Ξένοι Όροι


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η γλωσσική διαδρομή κάθε λαού είναι συνυφασμένη με την κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική πρόοδό του. Ίσως η παραδοχή αυτή να καθρεφτίζει τόσο καθαρά τις τελευταίες μόνο χιλιετίες, όπου έχουμε έντονη την κοινωνική συμβίωση των ατόμων. Ο πρωτόγονος κώδικας επικοινωνίας, με την μορφή των άναρθρων ήχων στην αρχή αλλά αρμονικά δομημένων και ταξινομημένων στη συνέχεια, μορφοποίησε το λόγο, το θεμέλιο της γλώσσας. Η γραφή, με τις όποιες κατά καιρούς μορφές της, κατέγραψε τον πλούτο, τους φόβους, τις αγωνίες, τις προκαταλήψεις, τα πάθη, τους έρωτες, τα όνειρα, τόσων και τόσων «βασιλιάδων» αλλά και αμέτρητων «υπηκόων», στάθηκε το πιο αξιόπιστο όργανο ενδυνάμωσης και απεικόνισης του λόγου. Η τέλεια σύνθεση φθογγικών συμβόλων ανέδειξε την κυριαρχία της λέξης, της μαγικής εκείνης δύναμης που μπορεί να αναμοχλεύει μέσα στο χώρο και το χρόνο το στοιχείο της γνώσης, έτσι, όπως, αυτό προκύπτει από το συναίσθημα, την παρατήρηση, το θεώρημα, το φαινόμενο, το γεγονός κλ.π.. Σ΄ ένα κείμενό του, ο Αντρέι Μπέλυ, αναφερόμενος στο συμβολισμό των λέξεων, γράφει: «Αρματωμένος με την προστασία των λέξεων ο άνθρωπος αναδημιουργεί το κάθε τι που βλέπει, εισβάλλει στα σύνορα του αγνώστου σαν πολεμιστής και, όταν νικάει, οι λέξεις του βροντούν, αστράφτουν με τις αναλαμπές των αστερισμών, τυλίγουν τους ακροατές του με τη σκοτεινιά του διαστήματος, τους εκτοξεύουν σ΄ έναν άγνωστο πλανήτη όπου λάμπουν ουράνια τόξα, ποτάμια τραγουδούν και πυργώνονται τεράστιες πόλεις...».
H γλώσσα κάθε λαού, ώριμος καρπός του λόγου του, βρίσκεται πάντοτε σε συνεχή εξέλιξη γιατί είναι στενά συνδεδεμένη με τις υπάρχουσες κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που επιβάλλουν με τον τρόπο τους τον εμπλουτισμό ή την αλλοίωση του βασικού λεκτικού κορμού της. Σε κάθε γλωσσική διαδρομή θα διακρίνουμε αυξομειώσεις απόδοσης ανάμεσα στο τέλειο, το ιδανικό και το ωφέλιμο με το ανολοκλήρωτο, το ουτοπικό και το αλυσιτελές. Μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό γίγνεσθαι η γλώσσα είναι υποχρεωμένη να εκφράζει το συναισθηματικό κόσμο του ατόμου, να εξωτερικεύει τα βιώματά του, να μάχεται για την επιβίωσή της, να διδάσκει στο λαό της αλλά και να διδάσκεται από τα άλλα έθνη, να ανανεώνεται, να εκσυγχρονίζεται, να καθοδηγεί σε χώρους επιστημονικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς, υπαρξιακούς αλλά και φανταστικούς, υπερρεαλιστικούς και μυθικούς.
Το φαινόμενο διείσδυσης ξένων λέξεων σε μια γλώσσα δεν είναι πρωτόγνωρο. Συνήθως, ανθεί στους πολιτισμικά, έστω και παροδικά, ασθενέστερους λαούς όταν αυτοί:
α) ζουν σε συνθήκες εξάρτησης, καταπίεσης και κατοχής,
β) βιώνουν μέσα σε ένα επαναστατικό κλίμα που αποσκοπεί στη συντριβή των παλαιών δομών εξουσίας και, ταυτόχρονα, εισάγει με μεταρρυθμιστική διάθεση πρότυπα άλλων κοινωνιών με ιδεολογική βέβαια συνάφεια,
γ) παρακολουθούν ανίσχυροι τις μαζικές μεταναστεύσεις πληθυσμών,
δ) δημιουργούν, μέσα σε συνθήκες ειρηνικής συνύπαρξης, πολιτικές συμμαχίες, για να επιτύχουν κοινωνικούς μετασχηματισμούς ήπιας μορφής, για να προάγουν ένα νέο τρόπο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αλλά και ενίσχυσης των διακρατικών εμπορικών ανταλλαγών τους. Όσο βέβαια επικρατούν στα συμβαλλόμενα μέρη ισορροπίες, η αποδοχή από τα υπόλοιπα μέλη του οικονομικά, πολιτικά και, κατά γενική, ομολογία στρατιωτικά ισχυρότερου μέλους, γίνεται σιωπηρά, ανώδυνα και, σε μεγάλο βαθμό, συνειδητά,
ε) αδυνατούν να συμβάλουν αποτελεσματικά στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Έτσι η γλώσσα του ισχυρότερου λαού ριζοβολάει σε ξένους τόπους και με μεθοδικότητα, καταξιώνεται κι αναγνωρίζεται σαν απαραίτητο εργαλείο της καθημερινής ζωής, σαν πολύτιμος μηχανισμός συνεννόησης και επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών γλωσσικά λαών. Η γλώσσα του «νικητή» αφήνει τα ίχνη της με την πάροδο του χρόνου κι επιτρέπει ή καλύτερα επιβάλλει στον ασθενέστερο, όχι μόνο πληθυσμιακά αλλά και πολιτισμικά, λαό, να αφομοιώσει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία αλλοιώνοντας έτσι τη δική του γλωσσική παρακαταθήκη. Τίποτε όμως δεν κρατά αιώνια, κι όπως κλείνει ένας κύκλος για να ανοίξει στη συνέχεια ένας άλλος, έτσι και μια υπερδύναμη ή μια συμμαχία παραχωρεί τη θέση της σε μια άλλη για να προσδώσει με τη σειρά της κι εκείνη τα δικά της εθνολογικά, και φυσικά γλωσσικά χαρακτηριστικά στους πολύπαθους λαούς.
Η αρχαία ελληνική γλώσσα, στα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης, όσο διατηρούσε την αυτογνωσία και την ανωτερότητά της ξεσκέπαζε την γλωσσική ένδεια των Λατίνων και φανέρωνε την ασήμαντη πολιτισμική τους κληρονομιά. Η ιμπεριαλιστική, όμως, μορφή εξουσίας, ο οικονομικός μαρασμός των πόλεων, η ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου, ο θρησκευτικός μετασχηματισμός της κοινωνίας με ξενόφερτα *θεολογικά στοιχεία, οδήγησαν το λαό μας σε πεσιμιστικές αντιλήψεις και επέβαλαν την πολιτισμική αδιαφορία, ίσως, και ανυπαρξία.
Είναι έτσι πολύ λογικό να εμφανίζονται στο λεξιλόγιο μας λατινογενείς λέξεις που έχουν τις ρίζες τους σ΄ εκείνη την εποχή. Το ίδιο βέβαια συνέβη με όλους σχεδόν τους ευρωπαϊκούς λαούς που γνώρισαν τους Ρωμαίους είτε μέσα από ένα καθεστώς εξάρτησης και υποταγής είτε με τις φιλικές και εμπορικές τους σχέσεις. Η αρχαία ελληνική, όμως, γλώσσα πρόλαβε στο διάστημα αυτό να μεταλαμπαδεύσει, στη λατινική, δικά της γλωσσικά γνωρίσματα τα οποία με την σειρά τους αφομοιώθηκαν κι από τους άλλους λαούς.
Στην εποχή του Μεσαίωνα άλλαξε το status quo και δημιουργήθηκε ένα πλήθος κρατιδίων και φέουδων στο δυτικό ρωμαϊκό τμήμα όπου η ελληνική παρέμενε ισχυρή μόνο σε κύκλους διανοουμένων. Αντίθετα, στο πολυσυλλεκτικό ανατολικό τμήμα, η διάδοση του χριστιανισμού, η οποία οφείλεται όχι μόνο στην δύναμη του προφορικού λόγου αλλά και στα γραπτά ελληνικά κείμενα των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Με την πάροδο του χρόνου η γεωγραφική συρρίκνωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας πρόσφερε την γλωσσική ομοιογένεια στον πληθυσμό και επέτρεψε, με τις όποιες διακυμάνσεις δύναμης και αντοχής, τη διατήρηση της γλώσσας των προγόνων μας.
Την ομοιογένεια αυτή τάραξε ο τουρκικός επεκτατισμός όταν θέλησε να αποδεκατίσει, να καθυποτάξει και στο τέλος να αφομοιώσει τον ελληνισμό. Ο ισλαμικός φανατισμός προσέκρουσε, όμως, στην έντονη θρησκευτική συνείδηση, τη λαμπρή αρχέγονη πολιτισμική παράδοση και τη γνώση του ιστορικού παρελθόντος του λαού μας. Δεν μπορούμε, βέβαια, να αποκρύψουμε την παρουσία τουρκικών λέξεων στο σημερινό λεξιλόγιό μας. Αν θελήσουμε, όμως, να συγκρίνουμε το πλήθος των λέξεων αυτών με τις λέξεις άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών που είναι ενταγμένες και επίσημα καταγεγραμμένες από τους σημερινούς λεξικογράφους μας, θα παρατηρήσουμε πως ο αριθμός είναι σχετικά μικρός και συνεχώς μικραίνει αν υπολογίσουμε ότι πολλές από αυτές περνούν στο περιθώριο λόγω της ανύπαρκτης λειτουργικότητάς τους ή της σκόπιμης υποβάθμισης και αντικατάστασής τους με λέξεις που προέρχονται από το σύγχρονο νεοελληνικό λόγο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα δάνεια από την αραβική ή την περσική που συμμετέχουν μ΄ ένα αξιόλογο αριθμό λέξεων στη γλώσσας μας, όχι όμως σε ανησυχητικό βαθμό, γιατί το κέντρο βάρους της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής μας ζωής έπαψε να συνδέεται με τους λαούς εκείνους που τις ομιλούν.
Αντίθετα, οι πολιτικοί προσανατολισμοί μας προσεγγίζουν σε όλα τα επίπεδα τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και φανερώνουν στην ελληνική κοινωνία, όσο ποτέ άλλοτε, το δυναμικό παρεμβατισμό και το μέγεθος του πλουραλισμού που χαρακτηρίζει κύρια την αρχαία και σε ελάχιστο βαθμό την νεότερη ελληνική γλώσσα.


• Ο Γεώργιος Χατζιδάκης αναφέρει: «...μέχρι μεν του Διοκλητιανού, ότε το έθνος μας είχεν ακόμη συνείδησιν ισχυράν του εαυτού του, ότε εθεώρει εαυτό υπέρτερον των αλλοφύλων και αλλογλώσσων, ως τον κατ΄ εξοχήν πεπολιτισμένον λαόν, έως τότε εν τη δικαία υπερηφανεία του, ενόμιζεν ανάξιον εαυτού να παραλαμβάνη και ν΄ αναμειγνύη εις την γλώσσα του ξένας λέξεις, καθήκον δε προς τον εαυτόν του και τον πολιτισμό του εθεώρει να διατηρή την γλώσσα του καθαράν από ξένα στοιχεία. Ότε όμως, μετά τον Δοκλητιανόν, από Έλληνες έγιναν απλώς Χριστιανοί, και πατέρας είχον τους Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ αντί τους ειδωλολάτρας Περικλέα, Λεωνίδαν κλ.π. τουτέστιν ότε διεκόπη το νήμα της ιστορικής παραδόσεως και οι τότε Έλληνες και ως προς την γλώσσαν και ως προς την καταγωγήν δεν ανεγνώριζον πλέον την ελληνική ιστορίαν ως ίδιον αυτών παρελθόν ουδ΄ ονόμαζον εαυτούς δια του εθνικού των ονόματος, αλλά δια μόνον του πολιτισμού: Ρωμαίοι και δια του Θρησκευτικού Χριστιανοί, τότε κατεκλύσθη η γλώσσα μας υπό λατινικών και άλλων λέξεων».
Η συμβολή της ελληνικής γλώσσας έχει τεράστια σημασία για την ανθρωπότητα γιατί έδωσε τη δυνατότητα με τη σαφήνεια που τη διακρίνει, όχι μόνο στον εννοιολογικό τομέα αλλά και στον ετυμολογικό, να χαρακτηρίσει και να ονοματοποιήσει το είδος, το φαινόμενο, τον οργανισμό κλ.π. το οποίο παρατήρησε, μελέτησε και δημιούργησε ο επιστήμονας, ο ερευνητής, ο εφευρέτης, ο κάθε πρωτοπόρος. Η έντονη παρουσία της ελληνικής με δάνειες λέξεις και νεολογισμούς στις ξένες γλώσσες λειτούργησε όχι μόνο αθροιστικά αλλά και ανανεωτικά για τους άλλους λαούς, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντοτε με το φαινόμενο του γλωσσικού δανεισμού. Η διαδικασία προσαρμογής των δανείων αυτών στις ευρωπαϊκές γλώσσες πραγματοποιήθηκε αθόρυβα, με συνεχή ροή και ανύπαρκτη αντίσταση. Αυτή η έλλειψη αντίστασης οφείλεται, α) στη μουσικότητα και τονικότητα των φθογγικών συμβόλων μας, β) στη συνδυαστική ικανότητα των συλλαβών και, γ) στην τέλεια επιλογή των λεκτικών συνθέσεων. Οι λέξεις αυτές ενσωματώθηκαν στο λεκτικό κορμό κάθε γλ΄λωσσας με ευκολία και λόγω των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων προβλήθηκαν στους εξειδικευμένους χώρους, στους επιστημονικούς κλάδους και στη συνέχεια στις πλατύτερες μάζες. Ο δανεισμός λεκτικών στοιχείων από την ελληνική, και όχι από κάποια άλλη γλώσσα, δεν ήταν και ούτε συνεχίζει να είναι μια τυχαία επιλογή. Αντίθετα υπήρξε και παραμένει σκόπιμη και, ίσως, επιβεβλημένη από τα πράγματα γιατί έτσι α) ενισχύεται η ξένη γλώσσα με σταθερές φωνολογικές και μορφολογικές φόρμες, με συγκεκριμένους και όσο το δυνατόν πιο τεκμηριωμένους συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες, τομείς όπου η γλώσσα μας υπερέχει, β) αποφεύγονται αντεγκλήσεις και αντιπαραθέσεις των λαών αφού ο δανεισμός πραγματοποιείται από μια γλώσσα θεωρητικά «νεκρή» ή ελάχιστα ομιλούμενη, γ) η πρώτη ύλη αντλείται από μια πηγή με χιλιόχρονη ιστορία, με δοκιμασμένη αντοχή από τις εθνικιστικές παρεμβάσεις και αναμφισβήτητη προσαρμογή και εξελικτική ικανότητα. Οι θέσεις αυτές οδηγούν στην επίσημη αναγνώριση κάποιων λέξεων που είναι κοινής αποδοχής, συνήθως από τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες, και στον ορισμό του διεθνισμού. Επιλεκτικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα αριθμό λέξεων, που χαρακτηρίζεται από διεθνή αναγνώριση και μαρτυρεί τη δύναμη της ελληνικής στη Δυτική σκέψη και έκφραση.

ελληνικά αγγλικά γαλλικά ιταλικά γερμανικά
αναλογία analogia Analogie
ανάλυση analysis analyse analisi Analyse
ατμόσφαιρα atmosphere atmosphere atmosfera Atmosphare
γεωγραφία geography geographie geografia Geographie
δράμα drama drame drama Drama
θέατρο theatre theatre theatro Theater
θέμα theme theme tema Thema
θεολογία theology theologie teologia Teologie
θεωρία theory theorie teoria Theorie
ιδέα idea idee idea Idee
ιστορία history histoire istoria Historie
κρίση crisis crise crisi Krise
μαθηματικά mathematics mathematique matematica Mathematik
μέθοδος method methode metodo Methode
μελωδία melody melodie melodia Melodie
μηχανή machine machine macchina Maschine
μουσική music musique musica Musik
μύθος myth mythe mito Mythus
μυστήριο mystery mystere mistero Mysterium
οργάνωση organization organisation organizzazione Organisation
ορχήστρα orchestra orchestre orchestra Orchester
παιδαγωγική pedagogy pedagogie pedagogia Padagogik
περίοδος period periode periodo Periode
πολιτική politics politique politica Politic
προβλημα problem probleme problema Problem
ρυθμός rythme rythme ritmo Rhythmus
συμφωνία symphony simphonie sinfonia Sinfonia και Symphonie
σύνθεση synthesis synthese sintesi Synthese
σύστημα system systeme sistema System
τεχνολογία technology technologie tecnologia Technologie
ψυχολογία psychology psychologie psycologia Psychologie


Ανάμεσα στις σημερινές δάνειες λέξεις της γλώσσας μας αξίζει να ξεχωρίσουμε μία ιδιάζουσα κατηγορία λέξεων ή λεξιλογικών στοιχείων, τα «Αντιδάνεια» που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία, κυρίως, Ελληνική γλώσσα. Οι λέξεις, λοιπόν, αυτές με την έντονη, συνήθως, αρχαιοελληνική δομή τους μπορούν να παραλληλισθούν με τις διαδρομές που στο παρελθόν έχουν ακολουθήσει πολύτιμα έργα τέχνης του λαού μας. Έργα που φιλοτεχνήθηκαν στην πατρίδα μας από Έλληνες δημιουργούς κι έτυχαν της ληστρικής και βεβηλωτικής μανίας κάποιων επιδρομέων. Η επάνοδος τους, όμως, στην πατρική γη αναταράσσει την ιστορική μας μνήμη αναδύοντας ένα μεθυστικό άρωμα πολιτισμού, έτσι, όπως, μόνο εμείς οι Έλληνες αισθανόμαστε εξ αιτίας των κοινών καταβολών και, φυσικά, της συναισθηματικής φόρτισης που μας διακρίνει. Και όπως δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την πολιτισμική συνεισφορά αυτών των έργων έτσι δεν μπορεί να αμφισβητήσει και τη γενεσιουργό δύναμη της ελληνικής γλώσσας που διαχέεται στην οικουμένη, μπολιάζοντας τη σκέψη και το γλωσσικό πεδίο πρώτα του επιστήμονα, του ερευνητή και του δημιουργού κι έπειτα του κάθε ανθρώπου, που αφομοιώνει τα όσα ακούει και μηχανικά επαναλαμβάνει στην καθημερινή του επικοινωνία.
Οι λέξεις αυτές πλούτισαν διάφορες ξένες γλώσσες, και επέστρεψαν πάλι στην Ελληνική σα νέες λέξεις αλλοιωμένες και συχνά, εξαιτίας των αλλεπάλληλων φωνητικών και σημασιολογικών μεταβολών, δύσκολα αναγνωρίσιμες ως προς την αρχική δομή τους. Οι κυριότερες υποκατηγορίες των αντιδανείων της Ελληνικής είναι:

α) Λέξεις που επανήλθαν στην ελληνική με νέο τύπο, χωρίς αλλαγή της αρχικής σημασίας, προσαρμοσμένες στο φωνητικό και μορφολογικό σύστημα της γλώσσας π.χ..

• σιμίτι, το, ΕΤΥΜ. τουρκ. simit (=κουλούρι) < αραβ. samid ή semiz < αρχ. σεμίδαλις (=σιμιγδάλι) < δάνειο ανατολικής προέλευσης.
• φελούκα, η, ΕΤΥΜ. 1) ιταλ. feluca < αραβ. faluk, πληθ του folk και fulk (=πλοίο), ίσως και από το faluwah (=μικρό φορτηγό πλοίο) < μτγν. [εφόλκιον (=ρυμουλκούμενο πλοιάριο) < αρχ. [εφέλκω, 2) σκανδιναβ. holok.
• πελτές και μπελντές, ο, ΕΤΥΜ. τουρκ. pelte < (ίσως) ελλ. πολτός ή πόλτος.
• τούγια, η, ΕΤΥΜ. γαλλ. thuya < λατιν. thuia και thya < αρχ. θύα και θυία =ευώδες δέντρο της Αφρικής.
• φουντούκι, το, ΕΤΥΜ. τουρκ. findik < αραβ. < μτγν. ποντικόν [ενν. κάρυον] < αρχ. Πόντος (καρύδι από την περιοχή του Πόντου).
• μπράτσο, το, ΕΤΥΜ. βενετ. brazzo < λατιν. brachium < αρχ. βραχίων.
• μπάνιο, το, ΕΤΥΜ. ιταλ. bagno < μτγν. λατιν. bannium < λατιν. balneum < αρχ. βαλανε~ιον (=λουτρώνας) < βαλανεύς (=εκείνος που έχει τη φροντίδα των λουτρών).
• τσιμπούσι, το, ΕΤΥΜ. τουρκ. cumbus < (ίσως) αρχ. συμπόσιον.

β) Λέξεις που επανήλθαν χωρίς ιδιαίτερη μεταβολή στον τύπο αλλά με διορθωμένη τη σημασία τους π.χ..

• άγρωστη, η, ΕΤΥΜ. γαλλ. agrostis < αρχ. {αγρωστις < {αγρα =κυνήγι, θήρα.
• μολοσσός, ο, ΕΤΥΜ. γαλλ. molosse < λατιν. molossus (σκύλος προερχόμενος από τη χώρα των μολοσσών) < αρχ. Μολοσσός, ονομασία προελληνικού φύλλου. Σύμφωνα με την παράδοση από το μυθ. ήρωα *Μολοσσό.
• πάστα, η, ΕΤΥΜ. ιταλ. pasta < μτγν. λατιν. pasta < ελλ. πάστη (=ζύμη, είδος κρέμας).
• στρυχνίνη, η, ΕΤΥΜ. γαλλ. strychnine < λατιν. strychnos < μτγν. στρύχνος. Η λ. μαρτυρείται από το 1842.
• κάμαρα, η, ΕΤΥΜ. μσν. < λατιν. camara και camera (=αψίδα, θόλος, θησαυροφυλάκιο) < αρχ. καμάρα (=θολωτό δωμάτιο, καθετί που έχει θολωτή στέγη ή κάλυμμα).

γ) Λέξεις που επανήλθαν με αλλαγμένες μορφή, τύπο και σημασία π.χ..

• μπαλάντζα, η, ΕΤΥΜ. βενετ. balanza < λατιν. palanga < αρχ. φάλαγξ.
• πράτιγο, το, ΕΤΥΜ. βενετ. pratigo < ιταλ. pratica < μσν. λατιν. practica < ελλ. πρακτική.
• καρότο και καρώτο, το, ΕΤΥΜ. ιταλ. caroto < λατιν. carota < μτγν. καρωτόν < αρχ. κάρα (=κεφαλή).
• πάρλα, η, ΕΤΥΜ. ιταλ. parla < λατιν. parabola (παραβολή του Χριστού, ομιλία) < ελλ. παραβολή.
• τεφτέρι και δεφτέρι, το, ΕΤΥΜ. τουρκ. tefter και defter < αραβ. diftar < μσν. διφθέριον, υποκ. του αρχ. διφθέρα (=κατεργασμένο δέρμα που χρησίμευε στη γραφή, μεμβράνη).
• πίτ(τ)α, η, ΕΤΥΜ. 1) ιταλ. pitta < λατιν. pictus < pingo, pingere (=ποικίλω, ζωγραφίζω) ή ιταλ. pitta < λατιν. picta < αρχ. πηκτή < θηλ. του επιθ. πηκτός ή 2) μσν. πίτα < αρχ. (αττ. διάλεκτος) πίττα, παράλληλος τ. του πίσσα (λόγω των διαφόρων υλικών που χρησιμοποιούσαν στην δημιουργία της. Την ετυμολογική αυτή εκδοχή θεωρεί απίθανη ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης).
• τζίρος και τζύρος, ο, ΕΤΥΜ. βενετ. ziro (=γύρος, κύκλος επιχειρήσεων) ή ιταλ. giro < λατιν. gyrus < μτγν. γ~υρος.

δ) Λέξεις που εισήλθαν σαν δάνεια ξένων, κυρίως, επιστημονικών όρων και αποτελούνται από λέξεις ή λεξιλογικά στοιχεία ελληνικής προέλευσης π.χ..

καρδι(ο)- (α΄ συνθετικό)
ΕΤΥΜ. ελλ. καρδιά. Πρώτο συνθετικό ελληνογενών ξένων όρων που είναι όροι της ιατρικής και φανερώνει πως το δεύτερο συνθετικό σχετίζεται με τη λειτουργία, την παρατήρηση, τη θεραπεία κλ.π. της καρδιάς π.χ.
καρδιεκτασία, η, γαλλ. cardiectasie < cardi (καρδι-ο) + ectas (έκτασις) + ie, -ία.
καρδιογραφία, η, αγγλ. cardiography < cardi (καρδι-ο) + graphy < -γραφία < γράφω.
καρδιογράφος, ο, αγγλ. cardiograph < cardi (καρδι-ο) + graph < -γράφος < γράφω.
καρδιογράφημα, το, αγγλ. cardiogram < cardi (καρδι-ο) + gram < γράμμα < γράφω.
καρδιογραφικός, -ή, -ό, αγγλ. cardiographic.
καρδιολογία, η, αγγλ. cardiology < cardi (καρδι-ο) + -logy < λογία < λόγος < λέγω.
καρδιολογικός, -ή, -ό, αγγλ. cardiologic < cardiology.
καρδιολόγος, ο/η, γαλλ. cardiologue < cardi (καρδι-ο) + logue < λόγος < λέγω.
καρδιομεγαλία, η, γαλλ. cardiomegalie < cardi (καρδι-ο) + megal < μεγάλος.
καρδιοπάθεια, η, αγγλ. cardiopathy < cardi (καρδι-ο) + -pathy < -πάθεια < πάθος.
 [καρδιοπνευμογράφος, καρδιοπαθής, καρδιορρηξία, καρδιοσπασμός, καρδιοτομία, καρδιοτονωτικός, -ή, -ό].

-πάθεια, (β΄συνθετικό)
ΕΤΥΜ. διεθν. -pathia (αγγλ. -pathy ή γαλλ. -pathie) < αρχ. πάθεια, θηλυκό του ουσ. πάθ(ος). Δεύτερο συνθετικό σε θηλυκά ουσιαστικά που φανερώνει κάποια πάθηση ή ένα σύνολο παθήσεων π.χ.:
αδενοπάθεια, η, αγγλ. adenopathy < adeno (< αδενο-) + -pathy < -πάθεια < πάθος.
καρδιοπάθεια, η, αγγλ. cardiopathy < cardi (κάρδι-ο) + -pathy < -πάθεια < πάθος.
μυελοπάθεια, η, αγγλ. myelopathy < μυελο- + -pathy < -πάθεια < πάθος.
μυοπάθεια, η, αγγλ. myopathy < αρχ. μ~υς + -pathy < -πάθεια < πάθος.
νευροπάθεια, η, γαλλ. nevropathie και neuropathie < νευρο- + -πάθεια < πάθος.
νεφροπάθεια, η, αγγλ. nephropathy < νεφρό + -pathy < -πάθεια < πάθος.
πνευμονοπάθεια, η, γαλλ. pneumopathie < πνεύμων, γεν. πνεύμονος + -πάθεια < πάθ(ος).
οστεοπάθεια, η, αγγλ. osteopathy < αρχ. [οστέον < [οστο~υν + -pathy < -πάθεια < πάθος.
τηλεπάθεια, η, αγγλ. telepathy < τ~ηλε (=μακριά) + -pathy < -πάθεια < πάθος.

Σ΄ αυτό το είδος των δανείων ανήκουν οι περισσότεροι νεοελληνικοί επιστημονικοί και τεχνικοί όροι που είναι γνωστοί και ως ελληνογενείς ξένοι όροι. Η ελληνικότητα των λέξεων αυτών είναι εμφανής, δυστυχώς όμως δεν μπορούμε να υπερηφανευόμαστε πως είμαστε και οι δημιουργοί των επιτευγμάτων ή των φαινομένων ή των θεωριών, των όσων δηλαδή φανερώνουν με την ονομασία τους οι λέξεις αυτές. Οι ξένοι επιστήμονες πήραν είτε αυτούσιες ελληνικές (αρχαίες και μεσαιωνικές) λέξεις στις οποίες έδωσαν νέα σημασία π.χ. μεταφυσική < γαλλ. metaphysique < λατιν. metaphysica < ελλ. «Μετά τα Φυσικά» του Αριστοτέλη, είτε πήραν λέξεις της ελληνικής και έπλασαν νέες π.χ. τηλεσκόπιο < νεολατιν. telescopium < αρχ. τηλεσκόπος (=αυτός που βλέπει μακριά) < τ~ηλε + σκοπ~ω (=εξετάζω). Ο μακρύς κατάλογος των λέξεων αυτών άνοιξε από τα μέσα του 17ου αιώνα και διευρύνεται όλο και περισσότερο γιατί συνεχώς προστίθενται λέξεις από τους διάφορους επιστημονικούς κλάδους και τον τομέα της τεχνολογίας.
Η γλώσσα μας στάθηκε αστείρευτη λεκτική πηγή για τους ευρωπαϊκούς λαούς όταν εκείνοι θέλησαν να διαχωρίσουν τη θέση τους και να ανεξαρτητοποιηθούν από τη λατινογενή παρουσία και εξάρτηση. Η ενίσχυσή τους από την ελληνική με προθέματα, ρίζες και καταλήξεις πρόσθεσε μια άλλη διάσταση στον τομέα της ονοματολογίας κι επέτρεψε την ανανέωση και τον εμπλουτισμό των γλωσσών.
Η νεώτερη ελληνική κοινωνία βουτηγμένη στις αγωνιώδεις προσπάθειές της για ελευθερία, δημοκρατία, εθνική ανεξαρτησία, εξαντλημένη από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και τις εμφύλιες διαμάχες, ταλαιπωρημένη από τις δικτατορικές διακυβερνήσεις, ανίκανη να ορθοποδήσει από τη γενοκτονία και τον ξεριζωμό των Ποντίων, παρακολούθησε τις εξελίξεις στο χώρο των επιστημών, χωρίς φυσικά να είναι σε θέση να αναπτύξει δικές της πρωτοβουλίες, και όπως εισήγαγε τις ιδέες, τις θεωρίες και τα νέα προϊόντα, έτσι, εισήγαγε και κατέγραψε και τους όρους και τις επωνυμίες τους.
Ο μεγαλύτερος όγκος ελληνογενών λέξεων περιλαμβάνεται στον τομέα της ιατρικής και είναι πολύ εύκολο να το διαπιστώσει κανείς μελετώντας το λεξικό Dorland΄s.
Όλοι όμως οι κλάδοι των επιστημών έχουν να παρουσιάσουν Αντιδάνεια ή ελληνογενείς όρους, όπως π.χ., η βοτανική, η ζωολογία, η χημεία, η φυσική κλ.π.. Δεν σημαίνει βέβαια πως άλλοι τομείς της ζωής παραμένουν ανέπαφοι από το φαινόμενο του δανεισμού και, ειδικότερα, της παρουσίας των Αντιδανείων.
Ταξινομώντας τον αριθμό των Αντιδανείων σε κατηγορίες, με βάση την ιστορική διαδρομή του κάθε λήμματος, έτσι όπως καθρεφτίζεται από την ετυμολογική του ανάλυση, ή με βάση το εννοιολογικό του περιεχόμενο, μπορούμε να προσεγγίσουμε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον το γλωσσικό φαινόμενο που η παρούσα εργασία πραγματεύεται.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

(Διαχωρισμός των λημμάτων με βάση την τελευταία γλώσσα δανεισμού. Στην παρένθεση η δεύτερη ή η τρίτη πιθανή ετυμολογική εκδοχή.)

Αντιδάνεια από την Λατινική.
Άτριο, βαλλίστρα, βραχιόλι, βρούβα, γάρο, γραικύλος, καλάι, καλαμάρι, κάμαρα, καμεράριος, κανάλι, κανάτα, καναβάριος, κανονικάριος, κάνουλα, κερκέλι, κηρίολος, κιστέρνα, κλιβανάριος, κόρδα, κορδώνομαι, κορόνα, κόφα, κοχλιάριο, κρητίδα, κρικέλι, λάβδανο, λαγήνα, λαμινάρι, λαμνί, λαρδί, λαστέξ, λεοπάρδαλη, μακεδονήσι, μακελλάρης, μακελλειό, μαντί, μαύρος, όγκινος, οράριο, παραβολάνος, πάρδος, προύνο, ρετσίνα, σάκελλα, σακελλάριος, στέρνα, στούπα, σύλλαβος, τούμπα, φασόλι, χάρτα, ωράριο. 53

Αντιδάνεια από την Νεολατινική.
Αζαλέα, αμμωνία, αρμόνιο, δυσπρόσιο, ευρώπιο, ήλιον, θάλλιο, θούλλιο, ιρίδιο, ιώδιο, κάδμιο, λίθιο, νάτριο, ουτοπία, πλουτώνιο, πρωτακτίνιο, σελήνιο, σέπια, σκόρπαινα, τεχνήτιο, χλώριο, χρώμιο. 22

Αντιδάνεια από τα Βενετικά.
Άμια, ατσάλι, βρατσέρα και μπρατσέρα, γαζία (ιταλ.), γαλαρία, γαλότσα, γαλέρα (ιταλ.), γάντζος (ιταλ.), γαρύφαλλο, γόμμα (ιταλ.), γόνδολα, γούρνα, γραίγος, καλάρω, καλούμπα (ιταλ.), καμαριέρης (ιταλ. - γαλλ.), καμινάδα, κανόνι (ιταλ.), καπετάνια, καπετάνιος, καρέκλα, καρτούτσο (ιταλ.), κορδέλα, κορνίζα (ιταλ.), λαμαρίνα, μαντζουράνα, μαντόλα, μαστέλο, μένουλα, μπαλάντζα, μπόρα, μπουρίνι, μπρατσέρα, μπράτσο, παλά(ν)τζα, πιλότος, πρατιγάρω, πράτιγο, σκαντζάρω (ιταλ.). σπάτουλα, ταπετσαρία (ιταλ.), ταπετσιέρης (ιταλ.), τζίρος (ιταλ.), τορναδόρος, τσέτουλα. 50

Αντιδάνεια από την Ιταλική.
Άγκουρα, αγκουράγιο, αγκουρέτο, αμπάρι (τουρκ.), αμπούλα (γαλλ.), αντζούγια (γαλλ. - αγγλ.), αντιμόνιο (αγγλ.), άρια, αριέτα, αριόζο, αρμόνικα, άρπα, βάρκα, βαρκάδα, βαρκαρόλα, βόμβα ή μπόμπα, βομβαρδίζω, γαζία (βενετ.), γαλέα, γαλεόνι, γαλέρα, γαλιάντρα, γάμπα, γάντζος (βενετ.), γιατσέντο ή γιατσίντο, γκάμμα, γκουβέρνο, γόμ(μ)α (βενετ.), γκρέκα, γομολάστιχα, διαμάντι, ζαφείρι, καλαμίτα, κάλμα, καλμάρω, καλουμάρω, καλούμο, καλούμα (βενετ.), καμαρίνι, καμαρότος (ισπαν.), κάμερα, καμεράτα, καμινέτο, καναβατσέτα, καναβάτσο, κανέλα (γαλλ.), κανελόνι, κανόνι (βενετ.), καραβέλα, καραμέλα, καρατερίστας, καρίνα, καρότο, κάρτα, καρτέλ (αγγλ.), καρτέλα, καρτούτσο (βενετ.), κατακόμβη, κόλπο, κόλπος, κορδονέτο (γαλλ.), κορδόνι, κορίστας, κορνίζα (βενετ.), κόρο, κομέντια ντελ άρτε, κοτσάρω, κόφα (λατιν.), κρέμα, λαζάνια, λάμα, λάμπα, λαμπίκος (αραβ), λαμπιόνι (γαλλ.), λάστιχο, λίμπα, λουμάκι, λούπινο, μάκενα, μαντόλα, μαντολάτο, μαντολινάτα, μαντολίνο, μαργαρίτα, μαρτούριο, μάσκα (γαλλ.), μέγγενη (ισπαν. - τουρκ.), μελόντικα (αγγλ.), μέντα, μιζέρια, μίζερος, μιμόζα, μοσκάτο, μουσικάντης, μούργα, μουρούνα, μουρταδέλα, μπαγιαντέρα (γαλλ.), μπαλαίνα, μπαλαρίνα, μπαλέστρα, μπάλσαμο, μπανιάρω, μπάνιο, μπαντούρα, μπάλος, μπαρκάρω, μπάρκο (ολλανδ. - ισπαν.), μπάσο, μπάσος, μπάστα, μπαστούνι, μπιζέλι, μπόγιας, μπομπάρδα, μπόμπιρας, μπούγιο, μπουκάλι, μπουνάτσα, μπούσουλας, μπράβος, μπρατσόλι, μπριλάντι, μωσαϊκό (γαλλ.), νάκαρο, νιτσεράδα, ντόγια, οργανέτο, οργανίστας, παντούφλα, παπαγάλος, πάρλα, παρλάρω, παρόλα, πάστα, παστέλι, παστίτσιο, πεταλίδα, πατέλα, πιάστρα, πιάτο, πιάτσα, πίλαστρο, πιλοτάγιο, πιλοτίνα, πιλότος (βενετ.), πίρος, πίτα, πλατίνα, πόζα, πολιτικάντης, πολίτσια, ρίμα, ρίσκο, σαλπάρω, σενάριο, σκαντζάρω (βενετ.), σκαραβαίος, σκιτσάρω, σκίτσο, σμπίρος, σμυρίγλι, σπάλα, σπαρματσέτο, στάτο, στυλίστας (γαλλ.), στυφάδο, συμφωνιέτα, ταλέντο, ταπέτο, ταπετσάρω, ταπετσιέρης (βενετ.), τάρταρο, ταρταρούγα, τζάντζαλο, τζίρος (βενετ.), τόννος, τορνέσι, τσαμπούνα, τσέμπαλο, τσηρώτο, τσίλιντρο, τσιμάρω, τσίμα-τσίμα, τσιμινιέρα, τσιμούχα (τουρκ.) τσιριγώτικος, τσόκαρο, τσούρμο, φελούκα, φυσαρμόνικα (γερμ.), χαρτόνι. 200

Αντιδάνεια από την Αγγλική.
Αερόμπικ, αλχημεία (γαλλ.), αμοιβάδα, αμυγδαλή, ανιόν, αντιμόνιο, αργόν, άστατο, βακτηρίδιο, βαλλισμός, βαλιστικός, βασάλτης, βάριο, γαμέτης, γκλαμ, γκράφιτι, διφθερίτιδα, δυναμίτιδα (γαλλ.), ιόν, καμβάς (ιταλ.), κάμερα (ιταλ.), καράτι, καρτέλ (ιταλ.), καρτούν, κατιόν, κέρεος, κηροζίνη, κινάση, κλιμακτήριος, κλύστρο, κόμικς, κορδιλιέρα, κορόζο (γαλλ.), κορόνιο, κουμύλιο, κοφφινίτης, κρυπτόν, λάτεξ, κυκλώνας, λανθάνιο, λύμφη, μάγια, μαγνήσιο, μαλαχίτης, μαλτέζικος, μελόντικα (ιταλ.), μιούζικαλ, μοροξίτης, μοσχόνη, νεκταρίνι, νέον, ντίσκο, ντράγκον, οβέλιο, οκιμένιο, οξείδιο (γαλλ.), οργκανάιζερ, ορμόνη, παντομίμα, πέναλτι, πάτριοτ, πεπτόνη, πεψίνη, πιέντρα, πλαγκτόν, πόντιουμ (γαλλ.), πορφίνη, πρασινοδύμιο, προμήθειο, προπάνειο, πρωτόνιο, πυρέξ, ρίσκο (γαλλ. - ιταλ.), σάρδης, σέντερ, σέντρα, σκετς, σπόνσορας, στοπ, στόφα, στόρι, στυλ, στυρένιο, συνθεσάιζερ, τσάρτερ, τσέρι, φανταστικός, φρίζα (γαλλ.), ψυχεδέλεια, ώσμωση. 90

Αντιδάνεια από την Γαλλική.
Άγρωστη, αιρ, αμάλγαμα, αμπούλα (ιταλ.), αντιλόπη, αψέντι, βακτήριο, βρογχιόλιο, βρόμιο, γκριφόν, γκροτέσκο, δελφίνιος, δυναμίτιδα (αγγλ.), δυναμό, έργιο, εστέτ, εστραγκόν, ζαμπόν, ζάντα, ζεφύρι, ηρωίνη, ιωβηλαίο, καμαριέρης (βενετ.), κάνα, καναπές, κανέλα (ιταλ.), κανονιέρα, κανονιέρης (ιταλ.), καστόρ(ι),κιλό, κομεντί, κλινική, κολλάζ, κολλάν (τουρκ), κορδονέτο (ιταλ.), κορόζο (αγγλ.), κουπέ, κουπρένιο, κουρντίζω, κρετίνος, κρετινισμός, κροταλίας, κωδεϊνη, λαμέ, λαμπαντρέρ, λαμπιόνι (ιταλ.), λειμονίτης, μαργαρίνη, μαρμελάδα, μασίφ, μάσκα (ιταλ.), μασκέ, μασκότ, μέδουσα, μεντάγια, μενταγιον, μετρό, μιγκρένα, μολοσσός, μορφίνη, μπαγιαντέρα, μπαλάντα, μπαλαντέζα, μπαλαντέρ, μπαλ μασκέ, μπαρ, μπουάτ, μπουτίκ, μπρασελέ, μπριγιάντι, μπριγιόλ, μυρκένιο, μωσαϊκό, ναφθαλίνη, νιόβιο, ντιέζ, ντισκοτέκ, ξένον, οξαλικός, οξείδιο (αγγλ.), όργιο, ορχιδέα, ουρανισμός, παρλαμάς, παστέλ, πεπτίδιο, πλαζ, πλατό, πόντιουμ (αγγλ.), πρωτεϊνη, ρεπό, ρίσκο (αγγλ. - ιταλ.), σιλό, σινεμά, σιφόνι, σομιέ, σοφιστικέ, σπιράλ, στρυχνίνη, στυλ (αγγλ.), στυλίστας (ιταλ.), στυλιζάρω, στυλό, συνδικαλισμός, συνδικαλιστής, συνδικάτο, ταπί (τουρκ.), ταπισερί, τερπένιο, τιτάνιο, τουρ, τουρισμός, τουρίστας, τουρνικέ, τουρνουά, τρέσα, τριβαδισμός, υστερία, φαντεζί, φαντομάς, φρίζα (αγγλ.), χαρτούσα.

Αντιδάνεια από την Τουρκική.
Αμπάρι (ιταλ.), ανασόνι, αστάρι, αφιόνι, αχούρι (περσ.), βαράκι, διάγμα, καλάι (λατιν.), καλέμι, καλούπι, καμπούρης, κιλίφι, κιρκινέζι, κολλάν (γαλλ.), κοτσάνι (σλαβ.), κουμπούρα, λαλαγγίτα, λατέρνα, λεγένι, λιμάνι, μαϊντανός, μέγγενη (ισπαν. - ιταλ.), μεταλλίκι, μπαρούτι, μπενεβρέκι, μποντρούμι, μπουρνούζι, οτρά, παϊτόνι, παλαμάρι, παρακεντές, πελτές, σαρίκι, σιμίτι, σινί, ταγήνι, ταπί (γαλλ.), ταχίνι, τελάλης, τεφτέρι, τζανερίκι (σλάβ.), τσιμούχα (ιταλ.) τσιμπούσι, τσότρα, φαρφουρί, φερετζές, φιστίκι, φουντούκι, φυντάνι, χαλκάς.

Αντιδάνεια από την Ισπανική.
Εσπάδα, ίνδιο, καμαρίλα, καμαρότος (ιταλ.), μέγγενη (τουρκ. - ιταλ.), μπάρκο (ιταλ. ολλανδ.), παλάβρα.

Αντιδάνεια από την Γερμανική
Καμεραλισμός, καμεραλιστής, κοράλ, φυσαρμόνικα (ιταλ.).

Αντιδάνεια από τα Σλάβικα.
Βρικόλακας, κοτσάνι (τουρκ.), πάπρικα (λατιν.), τζανερίκι (τουρκ.), τσέργα (τουρκ.).

Αντιδάνεια από την Αραβική.
Δράμι, ελιξήριο, λαμπίκος (ιταλ.).

Αντιδάνεια από την Περσική.
Αχούρι (τουρκ.).

Αντιδάνεια από την Ολλανδική.
Μπαρκάς, μπάρκο (ιταλ. - ισπαν.).

Αντιδάνεια από την Ρουμανική.
Μούργος.

Αντιδάνεια από τα Γενουατικά.
Ρέζιγος.

Αντιδάνεια από τα Αμερικανικά.
Πεντάγωνο.

Έχοντας πλέον καταγράψει, θέλω να πιστεύω, σε ικανοποιητικό βαθμό, το σύνολο των Αντιδανείων, μου δίνεται η ευκαιρία, με τη βοήθεια των μαθηματικών και της πληροφορικής, να παρουσιάσω γραφικά το φαινόμενο αυτό.

ΠΟΣΟΣΤΙΑΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΑΝΕΙΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ


******* πινακας 1 ******* ******* πινακας 2 *******


ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΛΗΜΜΑΤΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΕΡΜΗΝΕΥΜΑ

ΧΗΜΕΙΑ
Οι διάφορες μεταβολές που υφίστανται τα υλικά σώματα έτυχαν παρατήρησης από αρχαιότατους χρόνους. Αιγύπτιοι, Ινδοί και Κινέζοι, κυρίως, δούλεψαν σ΄ έναν περιορισμένο αριθμό πετρωμάτων και, με την πάροδο του χρόνου, δημιούργησαν την μεταλλουργία. Σίδηρος, άργυρος, χαλκός, χρυσός κ.ά. μέταλλα από μόνα τους ή σε σύνθεση παρουσιάσθηκαν στην καθημερινή ζωή σε ποικίλες μορφές είτε σαν σκεύη, εργαλεία, κοσμήματα και γενικότερα ειρηνικά αντικείμενα είτε σαν πολεμικά εξαρτήματα.
Η βαφή των υφασμάτων, βασισμένη σε μια σειρά χρωμάτων που αντλούσαν την πρώτη τους ύλη μέσα από τη φύση, η παρασκευή φαρμάκων από στοιχεία οργανικά φυτών ή ζώων και η επεξεργασία πετρωμάτων ήταν τομείς με κύριο χαρακτηριστικό τις χημικές διεργασίες.
Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, με τον ορθολογισμό και την παρατηρητικότητα που τους διέκρινε, διατύπωσαν με σαφήνεια την έννοια του στοιχείου, ερμήνευσαν θεωρητικά το αδιαίρετο των μονάδων, ταξινόμησαν γνώσεις και δεδομένα προσφέροντας έτσι την πρώτη ύλη για την οικοδόμηση της σύγχρονης κοινωνίας.
Η περίοδος των αλχημιστών, τον 9ο αιώνα μ.Χ., δρομολόγησε ένα μυστηριακό πλήθος αναζητήσεων που το χαρακτήριζε άλλοτε η φαιδρότητα κι άλλοτε η ώριμη σκέψη και εμπειρία. Πέρσες και Άραβες συναγωνίζονταν για τη μετατροπή απλών μετάλλων σε πολύτιμα.
Η Αναγέννηση, δοκιμάζοντας σ΄ όλους τους χώρους νέες ιδέες, έθεσε την παραγωγική διαδικασία σε νέες βάσεις διευρύνοντας το πεδίο έρευνας σε πρωτοεμφανιζόμενους τομείς με εκθαμβωτικά αποτελέσματα. Κάθε ενέργεια ή δημιούργημα, όμως, απαιτούσε την ονομασία της. Οι επιστημονικές αντιπαραθέσεις και ανακαλύψεις κορυφώθηκαν με τη συστηματοποίηση των χημικών στοιχείων από το Ρώσο Μεντελέγιεφ στο γνωστό περιοδικό του πίνακα.
Η σύγχρονη χημεία, στενά συνδεδεμένη με τους κλάδους της φυσικής, των μαθηματικών, της βιολογίας και της γεωλογίας έχει δώσει πολύμορφες διαστάσεις στην επιστήμη επιτρέποντας την εξαγωγή συμπερασμάτων και γνωσιοθεωριών που διατυπώνουν με σαφήνεια την εξέλιξη της φύσης και, γενικότερα, του σύμπαντος και σε συνάρτηση με τα τεχνολογικά επιτεύγματα οδηγεί τον επιστημονικό κόσμο στο λαβύρινθο της υπαρξιακής μας οντότητας.
Ένας αξιοπρόσεχτος αριθμός Αντιδανείων λέξεων με παρουσία στα περισσότερα λεξικά της γλώσσας μας, τόσο από την ανόργανη όσο και από την οργανική χημεία, φανερώνει χημικά στοιχεία, ενώσεις, κράματα και επιφανειακά φαινόμενα τα οποία αντλούν την ονομασία τους από κάποιες ιδιότητές τους ή από τη σχέση τους με κάποια ελληνικά τοπωνύμια ή από ονόματα ουρανίων σωμάτων που με τη σειρά τους έχουν δανεισθεί το όνομά τους από κάποιον θεό, ημίθεο, νύμφη, ήρωα κλ.π. της μυθολογίας μας. Η ταξινόμηση αυτών των λέξεων μας επιτρέπει ευκολότερη ετυμολογική κατανόηση και ασφαλέστερη εμπέδωση του ερμηνεύματος π.χ..

• Από τα 13 χημικά στοιχεία που οφείλουν το όνομά τους σε κάποιο πρόσωπο τα τέσσερα προέρχονται από το χώρο της μυθολογίας:

νιόβιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. γαλλ. niobium (από το όνομα της *Νιόβης, της κόρης του Ταντάλου). ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Νιόβη, κόρη του Τάνταλου και της Διώνης ή της Ευρυάνασας, γυναίκα του Αμφίονα. Απέκτησε 14 παιδιά, 7 αγόρια και 7 κορίτσια, που καμάρωνε για την ομορφιά τους, ενώ έκανε το λάθος να καυχιέται για την προσωπική της ευτυχία και να ειρωνεύεται τη Λητώ που είχε μόνο δύο παιδιά. Για το λόγο αυτό η Λητώ ζήτησε από τους θεούς να τιμωρήσουν την αλαζονεία της Νιόβης. Πράγματι, ο Απόλλωνας σκότωσε τα αγόρια της, ενώ η Άρτεμη τα κορίτσια. Ο Δίας λυπήθηκε την πληγωμένη μάνα και τη μεταμόρφωσε σε βράχο.
προμήθειο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. promethium < μυθ. κύρ. όν. *Προμηθέας. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Προμηθέας, γιος του Τιτάνα Ιαπετού και της Ασίας (Ησίοδ. Θεογ. 507-511) ή της Κλυμένης (Απολλόδ. 1.2.3) ή της Θέμιδας ή της Γαίας (Αισχ. Δεσμ. 211-212). Θεωρήθηκε θεός της φωτιάς, της προνοητικότητας και της επινοητικότητας. Δημιούργησε τους πρώτους ανθρώπους από πηλό και τους δίδαξε αρχιτεκτονική, αστρονομία, μαθηματικά, ναυπηγική, και ιατρική χάρη στην καθοδήγηση της Αθηνάς.
ταντάλιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. tantalum (εξαιτίας της αδυναμίας του να διαλυθεί όταν βυθίζεται σε οξέα) < αρχ. κύρ. όν. *Τάνταλος < αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως από τη ρίζα ταλ-, του ρ. τλάω (=[αμτβ.] υπομένω, καρτερώ, έτσι η λ. αποκτά τη σημασία εκείνου που σηκώνει μεγάλο βάρος, ίσως, όμως, να έχει σχηματισθεί και από την γενική ενικού του επιθέτου τάλας =δυστυχής, ταλαίπωρος, άθλιος, βασανισμένος), ίσως τέλος, να είναι και δάνεια λ.. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Τάνταλος, βασιλιάς της Λυδίας, γιος του Δία και της Πλουτώς, πατέρας του Βροτέα, του Δάσκυλου, του Πέλοπα και της Νιόβης. Η κλοπή του νέκταρος και της αμβροσίας, από το τραπέζι των θεών, οδήγησε το Δία στην απόφαση της τιμωρίας του. Το μαρτύριό του στον Κάτω Κόσμο ήταν να βασανίζεται από πείνα και δίψα, παρόλο ότι υπήρχαν κοντά του άφθονοι καρποί και γάργαρα νερά. Ίσως, όμως, αιτία αυτού του μαρτυρίου υπήρξε και η ασεβής στάση του, όταν θέλησε να δοκιμάσει τη σοφία των Ολύμπιων θεών, προσφέροντάς τους το διαμελισμένο σώμα του γιου του Πέλοπα.
τιτάνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. γαλλ. titane < νεολατιν. titanium < ελλ. Τιτάν. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Τιτάνες, για τον Όμηρο ήταν τρεις, ενώ για τον Ησίοδο, δώδεκα, έξι αρσενικοί (Ωκεανός, Κοίος, Κρείος, Υπερίωνας, Ιαπετός, Κρόνος) και έξι θηλυκοί, οι Τιτανίδες (Θεία, Ρέα, Θέμις, Φοίβη, Τηθύς, Μνημοσύνη). Όταν ο Κρόνος ακρωτηρίασε τον Ουρανό, την εξουσία ανέλαβαν οι υπόλοιποι Τιτάνες. Στη σύγκρουση όμως που ακολούθησε με τον αδελφό τους νικήθηκαν και αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν στον Ωκεανό. Όταν τα ηνία της παντοδυναμίας ανέλαβε ο Δίας, η σύρραξη με τους Τιτάνες ήταν αναπόφευκτη.

• Από τα 12 χημικά στοιχεία των οποίων το όνομα σχετίζεται με την παρουσία κάποιου χρώματος στις βασικές ιδιότητές τους ή στη δημιουργία των ενώσεών τους ή των φασματικών γραμμών τους, κλ.π. τα παρακάτω εντάσσονται στο σύνολο των Αντιδανείων:


θάλλιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. thallium < ελλ. θαλλός (=τρυφερό βλαστάρι, νέο κλωνάρι) < θάλλω =ανθίζω, ακμάζω, βλασταίνω, είμαι πλούσιος. Η λ. μαρτυρείται από το 1885.
ίνδιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. ισπαν. indigo < λατιν. indicum (το λαμπερό μπλε χρώμα των γραμμών του στην φασματική ανάλυση οδήγησε τους ερευνητές να το ονομάσουν ίνδιο, από τη λέξη ινδικό, γιατί το γνωστό λουλάκι, χρωστική ουσία μπλε χρώματος, προέρχονταν από την Ινδία) < αρχ. [ινδικός.
ιρίδιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. iridium < αρχ. @ιρις (=ταινία, χρωματιστή γραμμή) < ιαπετ. vi-ri-s =δρόμος.
ιώδιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. jodum < αρχ. [ιώδης < {ιον (=βιολέτα). Η ονομασία του οφείλεται στους μενεξεδείς ατμούς που ελευθερώνει το στοιχείο.
πρασι(ν)οδύμιο και πρασεοδύμιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. praseodymiun < praseo < πράσιος (=πράσινος) + (di) -dymiun < (δι)-δύμιο < δίδυμος.
ρόδιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. rhodium < (λόγω του κόκκινου χρώματος των υδατικών διαλυμάτων του) αρχ. ]ρόδον =τριαντάφυλλο.
χλώριο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. chlorium < αρχ. χλωρός =πρασινωπός, πρασινοκίτρινος. H λ. μαρτυρείται από το 1839.
χρώμιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. chromium < αρχ. χρ~ωμα (πήρε την ονομασία του από το πλήθος των χρωμάτων που εμφανίζει στις διάφορες ενώσεις του. Η λ. μαρτυρείται από το 1809.


• Χημικά στοιχεία που πήραν την ονομασία τους από άλλλες ιδιότητες εκτός του χρώματος είναι:

ακτίνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. actinium (νεολατιν. κατάλ. -ium) < ακτίνα < αρχ. [ακτίνιον.
αντιμόνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. antimony, ίσως από το ελλ. αντί + μόνος, δηλώνοντας με την ονομασία του ότι πολύ σπάνια βρίσκεται μόνο του και ελεύθερο. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστό σαν στίμμι (το) ή στίμμις (η) (είδος σκόνης για βαφή των ματιών) και στους λατίνους σαν stibium, από τη λ. αυτή προέρχεται και το χημικό του σύμβολο που είναι το Sb. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ιταλ. antimonio < μσν. λατιν. antimon(ium) < αβέβ. ετύμου, ίσως, anthimodium < αραβ. al-ithimid < μτγν. ελλ. στίμμις.
αργόν, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. argon < αρχ. [αργός =αδρανής.
άστατο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. astatine < ελλ. άστατος =ασταθής.
βάριο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. barium < ελλ. βαρύς (+ νεολατιν. κατάλ. -ium). Η λ. μαρτυρείται από το 1840.
δυσπρόσιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. dysprosium < δυσπρόσιτος (επειδή το στοιχείο δεν απομονώνεται εύκολα).
κρυπτόν, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. krypton (ονομάστηκε έτσι γιατί η παρουσία του στην ατμόσφαιρα είναι ασήμαντη) < ουδ. του αρχ. επιθ. κρυπτόν =κρυμμένο.
λανθάνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. lanthanum < ελλ. λανθάνω (=διαφεύγω της προσοχής).
λίθιο(ν), το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. lithium < ελλ. λίθος.
νέον, το, άκλ.ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. neon < ελλ. νέον, ουδ. του επιθ. νέος.
νεοδύμιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. αγγλ. neodymium < neo- (< νέο) + di-dymium (< δίδυμος).
ξένο(ν), το, ουσ.
ΕΤΥΜ. γαλλ. xenon < ουδ. του αρχ. επιθ. ξένος με τη σημασία του παράξενου, του περίεργου. Η λ. μαρτυρείται από το 1898.
πρωτ(ο)ακτίνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. protactinium < ελλ. πρώτος + ακτίνα (αρχική ονομ. πρωτοακτίνιο, αργότερα συντομεύτηκε σε πρωτακτίνιο, δηλαδή «πρώτο από το ακτίνιο», «πριν από το ακτίνιο»).
τεχνήτιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. technetium < τεχνητός (δηλ. μη φυσικός) < τέχνη + κατάλ. -ium.

• Χημικά στοιχεία το όνομα των οποίων προέρχεται από ονομασία πλανήτη ή αστεροειδούς:

ουράνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. uranium < ελλ. ουρανός (από το όνομα του πλανήτη Ουρανού). Η λ. μαρτυρείται από το 1861.
πλουτώνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. plutonium < λατιν. Pluto < ελλ. Πλούτων (=ονομασία πλανήτη που πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο αρχαίο ελλ. θεό). ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Πλούτων(ας), τελετουργικό επίθετο του Άδη, του θεού του Κάτω Κόσμου. Γιος του Κρόνου και της Ρέας, αδελφός του Δία, της Δήμητρας, της Εστίας και του Ποσειδώνα.
σελήνιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατιν. selenium < ελλ. σελήνη.

Άλλες λέξεις της χημείας από την κατηγορία των Αντιδανείων είναι: αλχημεία και αλχυμεία, αμάλγαμα, δυναμίτιδα, ελιξήριο, κηροζίνη, κολοφώνιο, αστάρι, καρόζο, κορόνιο, κουμύλιο, κουπρένιο, λάστιχο, μοσχόνη, μυρκένιο, ναφθαλίνη, οκιμένιο, οξαλικός, οξείδιο, πεπτίδιο, πεπτόνη, πορφίνη, προπάνιο, πρωτόνιο, σπαρματσέτο, στυρένιο και τερπένιο.

Με παρόμοιους τρόπους μεθοδολογικής προσέγγισης των λημμάτων μπορούμε να καταγράψουμε και να εμφανίσουμε ιστορικά και γλωσσολογικά δεδομένα, στατιστικούς πίνακες και γραφήμματα με στόχο την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου φαινομένου αλλά και την πληρέστερη γνώση της πορείας, της εξάρτησης, του δανεισμού και της ανωτερότητας της ελληνικής γλώσσας.

ΝΑΥΤΙΛΙΑ
(Αντιδάνεια)
Άγκουρα, αγκουράγιο, αγκουρέτο, αμπάρι,
βάρκα, βαρκάδα, βρατσέρα,
γαλέα, γαλέρα, γαλεόνι, γόνδολα, γαλιότα,
καλαμίτα, κάλμα, καλουμάρω, καμινάδα, κανονιέρα, καπετάνια, καπετάνιος, καραβέλα, καρίνα, καλάρω,
λαμαρίνα,
μάσκα, μπαλέστρα, μπαρκάρω, μπαρκάς, μπάρκο, μπαστούνι, μπούσουλας, μπρατσέρα, μπράτσο, μπρατσόλι,
ντράγκον,
παλαμάρι, πιλοτάγιο, πιλοτίνα, πρατιγάρω, πράτιγο,
σαλπάρω, σαρίκι, σκαντζάρω,
τρέσο, τσιμάρω, τσούρμο,
φελούκα.

Ο επαγγελματικός αυτός χώρος βρίθει από ξένες λέξεις και ειδικότερα λατινικές και ιταλικές. Σίγουρα δεν ήταν πάντα έτσι. Ανάλογα με το επίπεδο εμπορικής και οικονομικής ανάπτυξης είχαμε και την εδραίωση όρων στην ζωή των ναυτικών. Όπως συνέβη σε όλους τους τομείς, έτσι και εδώ, η παρουσία των Ρωμαίων με την λατινική περιθωριοποίησε τους Έλληνες και τη γλώσσα τους και επέβαλε ένα νέο κώδικα επικοινωνίας. Οι πολεμικές ανάγκες, και, αργότερα, στην εποχή του Μεσαίωνα, οι εμπορικές, επέβαλαν τη ναυπήγηση μεγάλων ιστιοφόρων πλοίων που περιόριζαν το ανθρώπινο δυναμικό αφού η παρουσία κωπηλατών δεν ήταν απαραίτητη. Η τεχνολογική και ναυπηγική πρόοδος του 20ου αιώνα έδωσαν τα πρωτεία στους ευρωπαϊκούς λαούς και συνάμα το δικαίωμα να χαρακτηρίσουν και, φυσικά, να ονομάσουν τα επιτεύγματά τους με βάση το δικό τους λεξικολογικό οπλοστάσιο. Δεν θα ήταν άτοπο, να καταθέσω έναν περιορισμένο αριθμό λέξεων από κάθε ιστορική περίοδο, λέξεων ξεχασμένων από τους σύγχρονους Έλληνες, ίσως, όμως, απαραίτητων για τις ανάγκες μίας διδακτικής θεματικής προσέγγισης. Η φαντασία και ο πλουραλισμός γνώσεων του εκπαιδευτικού αποτελούν συστατικό στοιχείο μιας επιτυχημένης διδακτικής ενότητας.

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
(Ονομασίες ελληνικών σκαφών)
μονήρης, διήρης, τριήρης, τετρήρης, πεντήρης, πολυήρης, πεντηκόντορος, τριακόντορος, ολκάς, κέλης, έπακτρο, άκατος, λέμβος, ημιολία, τριημιολία, μυοπάρων, σκάφη, αλιάς, κάνθαρος, κοντωτός.
(Ονομασίες πληρωμάτων)
τριήραρχος, πρωράτης ή πρωρεύς ή πρωρήτης [=αξιωματικός πρώρης]
κελευστής [=υπεύθυνος κωπηλατών]
ναυπηγός [=ξυλουργός]
αυλήτης ή τρικραύλης [=μουσικός πλοίου]
τοίχαρχος [=πρώτος κωπηλάτης]
επίπλους [=ύπαρχος]
ερέτες [=κωπηλάτες]
ελαιοχρίστης [=αυτός που έδινε λάδι στους άντρες για να αλείφουν το σώμα τους και να γίνονται δυνατότεροι]
κωποδέτης [=υπεύθυνος κουπιών]

ΒΥΖΑΝΤΙΟ
(ονομασίες πληρωμάτων)
ναύκληρος ή ναύκλερος [=καραβοκύρης, πλοίαρχος]
δούκας [=ναύαρχος]
κυβερνήτης [=πηδαλιούχος]
καραβίτης [=κυβερνήτης του κάραβου, λέμβαρχος]
ποδότας [=πλοηγός]
αρμενιστής [=φροντιστής ιστίων]
βιγλάτορας - βιγλεοφόρος [=παρατηρητής]
σιφωνάτορας [=πυροβολητής]
κάραβος [=οπλονόνομος]
βεστήτορας [=οπλονόμος]
νεροκράτης [=υπεύθυνος δεξαμενής νερού]
κελλαριάρχης - κελάρχης [=αποθηκάριος]
ναυηγός [=βυθομετρητής]

ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
ΙΣΤΙΟΦΟΡΑ (εμπορικά ή πολεμικά)
γαλεάσσα ή γαλεάτσα, γαλιόνι ή γουλέτα, γολέτα ή γουλέτα, γαβάρα ή γκαμπάρα, νάβα, πολάκα ή πουλάκα, ναβέτα, ντελίνη ή βατσέλο, κορβέττα,φούστα, μπιάντες, μπριγκαντίνι ή βριγαντίνι, μπομπάρδα, καραμουσάλι, σκούνα κότερο, τραμπάκουλο, μπερτόνι, λατίνι, λόβερ, κλίπερ,

ΚΑΪΚΙΑ - ΚΑΡΑΒΙΑ
μπρατσέρα, σακκολέβα, μίστικο, ζαμπέκον, μπελλού, σαχτούρι, τσερνίκι ή τσερκιμέ, ταρτάνα ή νταρντάνα, μπορλότο, ραζάδο, σαχίνι, τρέγκα,
ΒΑΡΚΕΣ
σκαμπαβία, τράτα, λάντζα, μπόγος, γιολ, πλάβα, καγιάκ, κελέκ, κόρακλ, κανό, πιρόγα,
ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΛΟΙΑ
επιβατικά - πασατζέρικο, ποστάλι,
πολεμικά - λίβερνο, ντρέτνωτ, αβίζο,
εμπορικά - μότορσιπ, στραπόρτο, τραμπ, φεριμπότ, νταχαμπία, βαπόρι, βαπορέτο
ταχύπλοα - κρις κραφτ, γιοτ, καταμαράν,
φορτηγά - ρυμουλκά - κάργκο, καφουρόζα, λίμπερτι, λουσέριν, μαρτσιλιάνα, μπαλ κάριερ, σλέπι, τάνκερ, μαούνα, μπάριζα.

Εκατοντάδες είναι οι ξένες λέξεις που θα μπορούσε να καταγράψει κάποιος, οι οποίες έχουν σαν αντικείμενο αναφοράς ναυτικά εργαλεία, είδη πανιών, σχοινιά, κατάρτια, κεραίες, άγκυρες, διάφορα μέρη των σκαφών και ναυτικούς όρους.

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ
(Αντιδάνεια)
Γαλότσα, γκρέκα, ζεφύρι, καμβάς, καναβατσέτα, καναβάτσο, καστόρι, κολλάν, κορδέλα, κορδονέτο, κορδόνι, αστάρι, λαμέ, λαστέξ, λάστιχο, μαντί, μπαγιαντέρα, μπενεβρέκι, μπουρνούζι, οτρά, παντούφλα, σαρίκι, στόφα, ταπισερί, τρέσα, τσέργα, τσίλιντρο, τσιμούχα, τσόκαρο, φερετζές.

Με τον όρο ενδυμασία, δηλώνουμε το σύνολο των καλυμμάτων του ανθρώπινου σώματος. Τα στολίδια συμπληρώνουν, για αισθητικούς μόνο λόγους και ελάχιστα πρακτικούς, την ενδυμασία. Η ενδυματολογία, σαν κλάδος επαγγελματικός, ασχολείται συστηματικά με τον σχεδιασμό, την επιμέλεια και την δημιουργία ενδυμάτων που απευθύνονται στους καλλιτεχνικούς, κυρίως, κύκλους του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.
Οι μορφές έκφρασης και δημιουργίας της ενδυμασίας σχετίζονται με το γεωγραφικό και ιστορικό περιβάλλον κάθε λαού. Η ιστορική διαδρομή της ενδυμασίας, σίγουρα δεν ενδιαφέρει, ακολουθώντας, όμως, τα γνωστά στάδια εξέλιξης των ευραπαϊκών λαών για τη μετάβαση από τη μια εποχή στην άλλη, από το ένα στάδιο ανάπτυξης στο άλλο, από το ένα πολιτικό σύστημα στο άλλο, από τη μία γεωγραφική ενότητα στην άλλη ή από τη μία εθνότητα στην άλλη, θα αναγκαστούμε να αναγνωρίσουμε, και σ΄ αυτή την ενότητα, τη συνεχή εισβολή των ξένων λέξεων στη γλώσσα μας και την αδυναμία της να αντιπροτείνει τις δικές της σύγχρονες λεκτικές συνθέσεις. Έτσι, χωρίς να αμφισβητείται το στοιχείο του δανεισμού σε ορισμένες λέξεις, η χρηστικότητα και η συχνή καταγραφή τους τις χαρίζει το επίσημο «διαβατήριο» εισόδου στην Νέα Ελληνική Γλώσσα.

ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΝΤΟΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΓΡΑΠΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ.

ιμάτιο, το, < αρχ. ]ιμάτιον - πανωφόρι, ορθογώνιο κομμάτι υφάσματος, μάλλινο ή λινό, πολύχρωμο και διακοσμημένο με κεντήματα, που φοριόταν ελεύθερο, χωρίς συρραφές ή στερέωση με περόνες.
ιμάντας, ο, < αρχ. ]ιμάς - δερμάτινη λουρίδα.
χιτώνας, ο, < αρχ. χιτών < σημιτ. αρχής - λινό ή μάλλινο ένδυμα για άντρες και γυναίκες. Γνωστοί δύο τύποι, ο δωρικός και ο ιωνικός χιτώνας.
πέπλος, ο, < αρχ. - απλό παραλληλόγραμμο ύφασμα που αποτελούσε το βασικό γυναικείο ένδυμα κατά την ομηρική εποχή.-
χλαμύδα, η, < αρχ. χλαμύς - κοντός τριγωνικός μανδύας, κυρίως, ιππέων.
χλαίνη, η, < αρχ. χλα~ινα - βαρύ εξωτερικό ένδυμα, κατάλληλο για άσχημες καιρικές συνθήκες.
μανδύας, ο, < αρχ. (η) μανδύα/μανδύη και (ο) μανδύας < ίσως περσ. δάνειο - χειμερινό μάλλινο ένδυμα.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
αγκράφα, η, < γαλλ. agrafe - (ενδυμ.) διακοσμητική πιάστρα - καρφίτσα ρούχων, μαλλιών, παπουτσιών και άλλων ειδών.
αζούρ, το, < γαλλ. ajour < ajourer (=κάνω κάτι διαφανές) < a (=προς) + jour (=μέρα) - 1. (ενδυμ.) είδος κεντήματος σε ύφασμα, 2. (μτφ.) εξαιρετικά επιμελημένη εργασία.
αμπάς, ο, < τουρκ. aba - (ενδυμ.) α) χονδρό μάλλινο ύφασμα από το οποίο κατασκευάζονται καπέλλα, β) χοντρό μάλλινο σακκάκι. ΠΑΡΑΓ. αμπατζής, αμπατζίδικο.
αμπιγ(ι)έ, άκλ.επίθ. < γαλλ. habille < habiller (=ντύνω) - (ενδυμ.) ντύσιμο κατάλληλο για οποιαδήποτε εμφάνιση.
άνορακ, το, < αγγλ. anorak < λ. από τη γλώσσα των Εσκιμώων - (ενδυμ.) αδιάβροχο σακκάκι με κουκούλα.
ακριλάν, το, < γαλλ. acrylan - 1. (χημ.) τεχνητό προϊόν του πετρελαίου, κατεργασμένο σε συνθετικές ίνες, 2. (ενδυμ.) συνθετικό ύφασμα από ίνες ακριλάν.
απλικέ, το, < γαλλ. applique < appliquer (=προσαρμόζω) - 1. (ενδυμ.) είδος κεντήματος, 2. [επίθ.] ο εφαρμοσμένος πάνω σε κάτι. ΠΑΡΑΓ. απλικάρω.
απρετάρω, ρ. < ιταλ. apprettare - (ενδυμ.) φινίρω, δίνω με επεξεργασία στο ύφασμα ή το δέρμα στερεότητα και στιλπνότητα. ΠΑΡΑΓ. απρετάρισμα.
αστραχάν, το, < ταταρ. (από το όνομα της ρωσικής πόλης Αστραχάν) - (ενδυμ.) είδος γουναρικού από νεογέννητα πρόβατα.
βαλανσιέν, η, < γαλλ. valancienne (από το όνομα της ομώνυμης γαλλικής πόλης) - (ενδυμ.) είδος δαντέλας που κατασκευάζεται με κοπανέλι και πρωτοφτιάχτηκε το 15ο αι. μ.Χ. στην ομώνυμη γαλλική πόλη.
βάτα, η, < ιταλ. ovatta - (ενδυμ.) α) κυλινδρικός φλοιός επεξεργασμένου μαλλιού, βαμβακιού κλπ., β) βαμβάκι ή ενισχυμένο κομμάτι που μπαίνει στους ώμους ενός ρούχου. ΠΑΡΑΓ. βατώνω.
βατίστα, η, < ιταλ. batista < γαλλ. batiste (από το όνομα του Ch. Batiste, που ανάπτυξε τη βιομηχανία λινών υφασμάτων στη Φλάνδρα) - (ενδυμ.) λινό ύφασμα, λεπτό και πυκνό στην ύφανση. ΠΑΡΑΓ. βατιστένιος.
βελβε(ν)τίνα, η, < αγγλ. velvet (=βελούδο) - (ενδυμ.) ύφασμα από βελούδο.
βέλο, το, < ιταλ. velo < λατιν. velo, velare (=καλύπτω) < velum(=πανί, ιστίο) - (ενδυμ.) α) τούλινο πέπλο για τη νύφη, β) διάφανο κάλυμμα προσώπου.
βελούδο, το, < βενετ. veludo ή ιταλ. veludo < (μσν.) λατιν. vellutum < vellus(=χνούδι, νιφάδα) και ιταλ. veludo < λατιν. villosus (=χνουδάτος) < villus(=χνούδι, νιφάδα) - 1. (ενδυμ.) ακριβό χνουδάτο ύφασμα, 2. (μτφ.) οτιδήποτε απαλό. ΠΑΡΑΓ. βελουδένιος, βελούδινος, βελουδώνω, βελουδωτός.
βελουτέ, γαλλ. veloute < βενετ. veludo ή ιταλ. veludo < (μσν.) λατιν. vellutum < vellus (=χνούδι, νιφάδα) και ιταλ. veludo < λατιν. villosus (=χνουδάτος) < villus (=χνούδι, νιφάδα) - 1. (ενδυμ.) καμωμένος από βελούδο, 2. (μαγειρ.) σούπα ή σάλτσα με βάση της τον κρόκο αυγού.
βερμούδα, η, < λατινοαμερ. (από το όνομα των νησιών Βερμούδων) - (ενδυμ.) κοντό πεντελόνι.
βολάν, το, < γαλλ. volant - 1. (τεχνολ.) τιμόνι, 2. (ενδυμ.) τμήμα γυναικείου φορέματος, 3. (μτφ.) διοίκηση.
βράκα, η, < λατιν. braca < κελτ. ρίζα - (ενδυμ.) α) φαρδύ εσώρουχο, αντρικό ή γυναικείο, β) μεγάλο και φαρδί παντελόνι. ΠΑΡΑΓ. βρακάς, βρακώνω, βρακωτός.
βύσος, η, < νεολατιν. byssus < λατιν. byssus (=βαμβάκι) ή αραμ. bus - (ενδυμ.) α) λεπτό κίτρινο λινό ύφασμα, β) (συνεκδ.) μετάξι.
γάζα, η, < περσ. ganj ή γαλλ. gaze (ίσως από τη πόλη Γάζα της Παλαιστίνης) - 1. (ενδυμ.) ύφασμα διάφανο από λινό, μετάξι κλπ. που χρησιμοποιείται για κατασκευή γυναικείων στολιδιών, 2. (φαρμ.) αποστειρωμένη ταινία για δέσιμο τραυμάτων, 3. θησαυρός καλά φυλαγμένος, 4. (μτφ.) μεγάλο χρηματικό ποσό.
γαϊτάνι, το, < (μσν. γαϊτάνι < γαϊετανόν <) λατιν. gaitanum (=ζώνη από την πόλη Geta της Σκυθίας), ή τουρκ. gajtan < αραβ. hitan, πληθ. του hait ή (από το εθν. Γαϊτάνος <) κελτ. ρίζα - 1. (ενδυμ.) μεταξωτό κορδόνι που χρησιμοποιείται για διακόσμηση φορεμάτων, 2. (φρ.) σε συνέχεια, καλογραμμένα, 3. αποκριάτικος χορός, 4. φυλαχτό, 5. μπούκλα μαλλιών. ΠΑΡΑΓ. γαϊτάνωμα, γαϊτανάς, γαϊτανώνω, γαϊτανωτός.
γαλέ(ν)τζα, η, < ιταλ. - (ενδυμ.) ξυλοπέδιλο, τσόκαρο.
γάντι, το, < γαλλ. gant < ιταλ. guanto < αρχ.γερμ. Want - 1. (ενδυμ.) μάλλινο δερμάτινο κάλυμμα της παλάμης, 2. (μτφ.) λεπτότητα. ΠΑΡΑΓ. γαντώνομαι.
γελέκο, το, < ισπαν. jileco < τουρκ. yelek (=το πτέρωμα της φτερούγας) - (ενδυμ.) ρούχο ανδρικό χωρίς μανίκια που φοριέται κάτω από το σακάκι. ΠΑΡΑΓ. γελεκάς.
γιακάς, ο, < τουρκ. yaka - 1. (ενδυμ.) κολάρο, περιλαίμιο, 2. (μτφ.) χτύπημα με την παλάμη στο σβέρκο, 3. (φυτολ.) ποιότητα καπνού ορεινής περιοχής.
γιασ(ου)μάκι, το, < τουρκ. yasmak - (ενδυμ.) κάλυμμα προσώπου μουσουλμάνας [δες λ.].
γκαμπαρντίνα, η, < ισπαν. gabardina ή ιταλ. gabardina < gaverdine - (ενδυμ.) α) αδιάβροχο πανωφόρι, β) αδιάβροχο ύφασμα.
γκέτα, η, < ιταλ. ή βενετ. gheta- (ενδυμ.) περίβλημα της κνήμης από δέρμα.
γόβα, η, < βενετ. goba - (ενδυμ.) γυναικείο παπούτσι με τακούνι.
γούνα, η, < (μσν.) λατιν. gunna < κελτ. gonelle ή σλαβ. guna - 1. (ζωολ.) δέρμα ζώου με τρίχωμα, 2. (ενδυμ.) πανωφόρι από τέτοιο δέρμα. ΠΑΡΑΓ. γουναράς, γούνινος, γουναράδικο, γουνάδικο, γουναρικό, γουνάρης, γουνάς, γουνάτος, γουνώνω.
γραβάτα, η, < (ελλ. κραβάτα <) ιταλ. cravatta < γαλλ. cravate [από το εθνικό όν. Cravate (=Κροάτης)] - (ενδυμ.) α) λαιμοδέτης των Κροατών, β) (γεν.) λαιμοδέτης. ΠΑΡΑΓ. γραβατώνομαι.
δαμασκέτο, το, < γαλλ. damasquette ή ιταλ. damascetto < damasco < Damasco (=Δαμασκός) - (ενδυμ.) μεταξωτό ύφασμα, στολισμένο με χρυσά νήματα.
δαντέλα, η, < γαλλ. dentelle - (ενδυμ.) πλεκτό από λεπτή κλωστή, κατάλληλο για
διακόσμηση, ρούχων, κουρτινών, κ.λ.π.. ΠΑΡΑΓ. δαντελάς, δαντελάδικο, δαντελωτός.
εμπριμέ, άκλ.επίθ. < γαλλ. imprime < imprimer (=τυπώνω) < λατιν. imprimo, imprimere (=εντυπώνω, φανερώνω) - (ενδυμ.) ύφασμα με τυπωμένα σχέδια.
ερμίνα, η, < γαλλ hermine < [λατιν. mus (=ποντικός)] + armenius (=αρμένιος) - 1. (ζωολ.) ζώο θηλαστικό των περιοχών της Ασίας, Ευρώπης, Αμερικής, 2. (ενδυμ.) γούνα από το τρίχωμα της ερμίνας.
εσάρπα, η, < γαλλ. echarpe < γερμ. scharpe (=φαρδιά ταινία που φοριέται διαγώνια) - (ενδυμ.) α) σάλι, β) γυναικείο μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα, κατάλληλο για την πλάτη.
ζακάρ, η, < γαλλ. (από το όνομα του Γάλλου μηχανολόγου Ι.Μ.Jacquard) - 1. (τεχνολ.) υφαντική μηχανή, 2. (ενδυμ.) πλέξη και ύφανση που γίνεται μ’ αυτή τη μηχανή.
ζακέτα, η, < γαλλ. jaquette, υποκ. της λ. jaque < αραβ. schakk - (ενδυμ.) είδος ανδρικού, γυναικείου, παιδικού σακακιού.
ζαμπό, το, < γαλλ. jabot - (ενδυμ.) διακοσμητική μουσελίνα ή δαντέλα.
ζαπονέ, το, < γαλλ. japonais < ιαπων. - 1. (γεωγρ.) ιαπωνικός[το επίθ.], 2. (ενδυμ.) μανίκι, φαρδύ στη μασχάλη, χωρίς μανικοκόλληση.
ζαρτιέρα, η, < γαλλ. jarretiere - (ενδυμ.) καλτσοδέτης.
ζέρσεϊ, το, < αγγλ. jersey (από το όνομα αγγλ. νησιού) - (ενδυμ.) α) είδος πλεκτού μεταξωτού που πρωτοφτιάχτηκε στο αγγλικό νησί Jersey, β) κάθε πλεκτό που μοιάζει μ’ αυτό.
ζιβάγκο, το, < αγγλ. zhivagο < ρωσ. (από το κυρ. όν. Zhivago, ήρωα του συγγραφέα Μπ. Πάστερνακ) - (ενδυμ.) γιακάς γυριστός στο λαιμό όπου και εφάπτεται.
ζιλέ, το, < γαλλ. gilet < τουρκ. yelek - (ενδυμ.) πλεκτό πουλόβερ λεπτό και χωρίς μανίκια.
ζι(μ)πούνι, το, < βενετ. zippon ή γαλλ. jupon - (ενδυμ.) α) κοντό αμάνικο γιλέκο, β) είδος παιδικού εσώρουχου.
ζιπ-κιλότ, η, < γαλλ. jupe - culotte (=φούστα-παντελόνι) - (ενδυμ.) παντελονόφουστα.
ζορζέτα, η, < αγγλ. (από το κυρ. όν. Georgette) - (ενδυμ.) είδος μεταξωτού υφάσματος.
καζάκα, η, < ιταλ. casacca(=μακρύ σακάκι) - (ενδυμ.) είδος μπλούζας από χοντρό μάλλινο ύφασμα, με φαρδιά ή χωρίς μανίκια.
καλεμ(ι)κέρι, το, < τουρκ. kalem-kari (=ζωγραφισμένο ή σκαλισμένο με το χέρι) - (ενδυμ.) γυναικείο μαντίλι, τσεμπέρι.
καλότ(τ)α, η, < ιταλ. calotta ή γαλλ. calotte - (ενδυμ.) α) σκούφος, β) σκούφος καθολικών παπάδων.
καλπάκι, το, < τουρκ. kalpak - (ενδυμ.) α) μάλλινος ή δερμάτινος σκούφος των Σλάβων και Τατάρων, β) χαμηλό στρατιωτικό πηλήκιο.
κάλτσα, η, < ιταλ. calza < λατιν. calceus και calcius < calx (=φτέρνα) - 1. (ενδυμ.) πλεχτό ή υφαντό κάλυμμα που φοριέται στο κάτω μέρος του ποδιού, 2. έξυπνος άνθρωπος, τετραπέρατος. ΠΑΡΑΓ. καλτσάς, καλτσού, καλτσάδικο, καλτσάτος, καλτσώνω, κάλτσωμα.
καλ(τ)σόν, το, < ιταλ. calzone < calza < λατιν. calceus και calcius < calx (=φτέρνα) - (ενδυμ.) γυναικείο κάλυμμα ποδιών που στηρίζεται στη μέση.
καμηλαύκι, το, < (μσν. καμηλλαύκιον < καμελλαύκιον <) λατιν. camellaucium < camella(=είδος ποτηριού σε σχήμα κύλικας) - (ενδυμ.) μαύρο καπέλο ορθόδοξων κληρικών.
καμηλό, το, < γαλλ. camelot < αραβ hamlat - 1. (ενδυμ.) α) χοντρό μάλλινο ύφασμα, β) ρούχο φτιαγμένο από τέτοιο ύφασμα, 2. (ιστορ.) ονομασία στη Γαλλία για τις παλιές εφημερίδες και τους πωλητές τους.
καμιζόλα, η, < γαλλ. camisole < ιταλ. camiciola, υποκ. < λατιν. camisia (=γυναικείο πουκάμισο) < (ίσως) κελτ. προέλευσης - (ενδυμ.) φαρδύ γυναικείο πουκάμισο που φτάνει έως τα γόνατα.
κάμποτ(ο), το, < αγγλ. cabot - (ενδυμ.) χοντρό βαμβακερό ύφασμα.
κάπα, η, < (μσν. κάππα) < ιταλ. capa < capo < λατιν. caput (=κεφάλι) - 1. (ενδυμ.) α) χοντρό πανωφόρι χωρικών, κυρίως βοσκών, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, β) γυναικείο πανωφόρι, γ) πανωφόρι των ευζώνων. ΠΑΡΑΓ. καπάτος.
καπέλο, το, < ιταλ. capello (=τρίχα) και cappello < λατιν. capillus, capilli < caput (=κεφάλι) - 1. (ενδυμ.) κάλυμμα του κεφαλιού, 2. (οικον.) αύξηση της τιμής κάποιου προϊόντος για κερδοσκοπικούς λόγους. ΠΑΡΑΓ. καπελώνω, καπέλωμα, καπελός, καπελάδικο.
καπιτονέ, < γαλλ. capitonne - (ενδυμ.) είδος υφάσματος με επένδυση.
καπότα, η, < γαλλ. capote ή ιταλ. capotta < capo < λατιν. caput (=κεφάλι) - 1. (ενδυμ.) χοντρό παλτό των χωρικών, 2. ελαστικό θυλάκιο για το πέος, προφυλακτικό μέσο. ΠΑΡΑΓ. καποτάς.
κάσκα, η, < ιταλ. casca ή ισπαν. casco < ρωσ. kaska - 1. (στρατ.) κράνος, 2. (ενδυμ.) απλό καλοκαιρινό καπέλο, 3. κράνος από άθραυστο υλικό που φορούν οι εργάτες, 4. (τεχνολ.) ειδική συσκευή για το στέγνωμα μαλλιών.
κασκέτο, το, < ιταλ. caschetto (=κράνος) ή γαλλ. casquette - 1. (ενδυμ.) α) στρατιωτικό καπέλο, β) καπέλο με γείσο που φοριέται από ναυτικούς, μαθητές κι εργάτες κυρίως, γ) κάθε άκομψο καπέλο.
κασκόλ, το, < γαλλ. cachecol < cacher (=κρύβω) + col (=λαιμός) - (ενδυμ.) πλεχτό περιλαίμιο για προστασία από το κρύο.
κασκορσές, ο, < γαλλ. cachecorse < cacher (=κρύβω) + corset (=στηθόδεσμος) - (ενδυμ.) γυναικείο και ανδρικό εσώρουχο.
κασμίρι, το, < τουρκ. kazmir < γαλλ. casimir < αγγλ. cashmere (από το όνομα της περιοχής Kashmir των Ινδιών) - (ενδυμ.) λεπτό, ελαφρύ, μάλλινο και ακριβό γιδόμαλο ύφασμα, κατάλληλο για κοστούμια, ταγέρ και παλτά. ΠΑΡΑΓ. κασμιρένιος.
λαχούρι, το, τουρκ. lahuri < ινδ. Lahore (όνομα ινδικής πόλη) - (ενδυμ.) α) είδος υφάσματος μάλλινου ή μεταξωτού που πρωτοϋφάνθηκε στη Λαχώρη, β) (συνεκδ.) σάλι από τέτοιο ύφασμα, γ) (συνεκδ.) σχέδιο τέτοιου υφάσματος
λέντο(ν), το, < λατιν. linteum < linum < ελλ. λινό - (ενδυμ.) α) λινό ύφασμα, β) ποδιά μάστορα, γ) κάλυμμα του κεφαλιού. ΠΑΡΑΓ. λεντίκιον.
λουστρίν(ι), το, < ιταλ. lustrino (=ψεύτικο στολίδι) ή γαλλ. lustrine < ιταλ. lustro < λατιν. lustro, lustrare (=καθαρίζω, εξαγνίζω, λαμπρύνω) - 1. (ενδυμ.) α) γυαλιστερό μαύρο δέρμα, β) λεπτό ύφασμα από βαμβάκι ή μετάξι, 2. (επάγγ.) λούστρος. ΠΑΡΑΓ. λουστρινένιος.
μακό, το, < γαλλ. mako - (ενδυμ.) είδος βαμβακερού λεπτού υφάσματος.
μανικέτι, το, < ιταλ. manichetta < manica < λατιν. manicae (=χειρίδες) < manus (=χέρι, επεξεργασία.) - (ενδυμ.) άκρη μανικιού στο πουκάμισο.
μανίκι, το, < (μσν. μανίκι(ο)ν, υποκ. <) λατιν. manicae (=χειρίδες) < manus (=χέρι, επεξεργασία) - 1. (ενδυμ.) μέρος του ενδύματος που καλύπτει τα χέρια, 2. λαβή εργαλείων ή σκευών, 3. (μτφ.) α) δύσκολο έργο, β) συνουσία. ΠΑΡΑΓ. μανικώνω, μανίκα.
μαντίλι, το, < (μσν. μαντήλιν < μαντήλιον <) λατιν. mantelium και mantilium < manus (=χέρι, επεξεργασία) - (ενδυμ.) α) ύφασμα για το σκούπισμα του ιδρώτα, της μύτης κλπ., β) δαντελένιο ύφασμα κατάλληλο για σκέπασμα της κεφαλής. ΠΑΡΑΓ. μαντίλα, μαντιλούσα, μαντιλώνω, μαντιλωτός.
μαντό, το, γαλλ. manteau < λατιν. mantellum (=κάλυμμα) - (ενδυμ.) ελαφρύ γυναικείο καλοκαιρινό πανωφόρι.
μερσεριζέ, το, < γαλλ. mercerise < merceriser (=γυαλίζω βαμβακερά νήματα ή υφάσματα με χημικά μέσα) < από το όνομα του Άγγλου χημικού J. Mercer - (ενδυμ.) βαμβακερό ύφασμα που γυαλίζει σα μετάξι μετά από ειδική κατεργασία.
μοκασίνια, τα, < ινδιάν. moccasin - (ενδυμ.) α) τα παπούτσια των Ινδιάνων της Αμερικής, β) παπούτσια, που φοριούνται σήμερα, και μοιάζουν με κείνα που φορούσαν οι Ινδιάνοι.
μοντγκόμερι, το, < αγγλ. montgomery ( από το όνομα του Βρετανού στρατηγού M.L.Montgomery) - (ενδυμ.) είδος χοντρού μάλλινου πανωφοριού.
μουσαμάς, ο, < τουρκ. musemma και musamba - (ενδυμ.) α) ύφασμα αδιάβροχο, β) (συνεκδ.) πανωφόρι αδιάβροχο. ΠΑΡΑΓ. μουσαμαδένιος, μουσαμαδιά.
μουσελίνα, η, < γαλλ. mousseline (από το όνομα της πόλης Μοσούλη της Μεσοποταμίας όπου πρωτοκατασκευάστηκε) ή ιταλ. mussolina και mussolo (από τη λ. Mussolo, ιταλική ονομασία της πόλης Μοσσούλη) - (ενδυμ.) λεπτό βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα.
μπερές, ο, < γαλλ. beret - (ενδυμ.) είδος σκούφου.
μπερέτα, η, < ιταλ. berretta - 1. (ενδυμ.) σκούφια, είδος καπέλλου, 2. (στρατ.) είδος πιστολιού και καραμπίνας.
μπλούζα, η, < γαλλ. blouse ή γερμ. blouse - (ενδυμ.) α) κοντό εξωτερικό γυναικείο ρούχο, β) μονόχρωμη στολή εργατών, γιατρών κλπ.
μπλου τζιν, το, < αγγλ. blue-jean - (ενδυμ.) α) σκληρό, βαμβακερό μπλε ύφασμα, β) πανταλόνι από σκληρό μπλε ύφασμα.
μπότ(τ)α, η, < (μσν. μπότα <) γαλλ. botte < bot (=κυρτός) - 1. (ενδυμ.) α) ανδρικό ή γυναικείο παπούτσι, β) στρατιωτικό υπόδημα, 2. (μουσ.) είδος πηδάλιου στα ντραμς και στο πιάνο.
μπουφάν, το, < γαλλ. bouffant (=φουσκωτός) < bouffer (=φουσκώνω) - (ενδυμ.) είδος κοντού σακακιού.
νιτσεράδα, η, < ιταλ. incerata < ελλ. κηρός - 1. μουσαμάς, 2. (ενδυμ.) αδιάβροχο πανωφόρι, κυρίως, ναυτικών.
οργ(κ)αντίνα, η, < γαλλ. organdi - (ενδυμ.) είδος λεπτού βαμβακερού υφάσματος που μοιάζει με τη μουσελίνα.
ορλόν, το, < γαλλ. orlon - (ενδυμ.) α) νάιλον κλωστή, β) ύφασμα από τέτοια κλωστή.
παλτό, το, < ιταλ. palto < γαλλ. paletot < αρχ.αγγλ. paltok - (ενδυμ.) πανωφόρι. ΠΑΡΑΓ. παλτουδιά.
πανταλόνι, το, < ιταλ. pantaloni < γαλλ. pantalon < ιταλ. Pantalone (=όνομα ήρωα ιταλικής κωμωδίας) - (ενδυμ.) α) ένδυμα που περιβάλλει χωριστά κάθε σκέλος, περισκελίδα, β) σώβρακο. ΠΑΡΑΓ. παντελονάς.
παπιγιόν, το, < γαλλ. papillon (=πεταλούδα) < λατιν. papilio (=πεταλούδα) - (ενδυμ.) λαιμοδέτης σε σχήμα φιόγκου. ΠΑΡΑΓ. παπιγιονάκιας [=ο δανδής].
παπούτσι, το, < (μσν. παπούτσιν <) τουρκ. papuc < αραβ. ρίζα - (ενδυμ.) υπόδημα. ΠΑΡΑΓ. παπουτσώνω, παπούτσωμα, παπουτσής, παπουτσίδικο.
πι(ν)τζάμα, η, < αγγλ. pyjama και pajama < νεοϊνδ. paejamah (=φαρδύ παντελόνι) - (ενδυμ.) α) νυχτικό από σακάκι και παντελόνι, β) είδος γυναικείου ρούχου.
ποπλίνα, η, < αγγλ. poplin < γαλλ. papeline < ιταλ. papalina - (ενδυμ.) είδος βαμβακερού υφάσματος που μοιάζει στη στιλπνότητα με μεταξωτό.
πουκάμισο, το, < (μσν. πουκάμισον < υποκάμισον < επικάμισον <) λατιν. camisia < αρχ.γερμ. hamisja - (ενδυμ.) ένδυμα από λινό, βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα που καλύπτει το πάνω μέρος του σώματος. ΠΑΡΑΓ. πουκαμίσα, πουκαμισάς, πουκαμισού, πουκαμισάδικο.
πουλόβερ, το, < αγγλ. pullover < pull (=τραβώ) + over (=πάνω) - (ενδυμ.) μάλλινο πλεκτό ρούχο, με ή χωρίς μανίκια.
ράσο, το, < λατιν. rasum < rado, radere (=ξύνω, ξυρίζω) - 1. (ενδυμ.) ρούχο κληρικών, 2. (συνεκδ.) κλήρος.
ρεντι(ν)γκότα, η, < γαλλ. rendigote < αγγλ. riding-coat (=σακάκι ιππασίας) - (ενδυμ.) α) ανδρικό επίσημο ρούχο, β) τρόπος ραφής υφάσματος.
σάλι, το, < περσ. schal (=καλύπτρα) - 1. (ενδυμ.) τριγωνικό ύφασμα για τους ώμους, 2. (ναυτ.) σχεδία.
σατέν, το, < γαλλ. satin < αραβ. Zaitun(i) < κινέζ. Tsiatung (=όνομα λιμανιού εξαγωγής αυτού του υφάσματος) - (ενδυμ.) είδος στιλπνού υφάσματος από μαλλί, βαμβάκι ή μετάξι.
σκαρπίνι, το, < ιταλ. scarpino, υποκ. < scarpa (=παπούτσι) - (ενδυμ.) είδος χαμηλού παπουτσιού.
σκούφος, ο, < ιταλ. scuffia < αρχ. γερμ. Kupphja - κάλυμμα του κεφαλιού. ΠΑΡΑΓ.σκουφάς, σκούφια, σκουφί, σκουφώνω, σκουφάκι, σκουφάτος, σκουφάδικο, σκούφωμα.
σμόκιν, το, < αγγλ. smoking [jacket] < smoke (=καπνίζω) - (ενδυμ.) ανδρικό επίσημο μαύρο κουστούμι.
σορτ(ς), το, < αγγλ. short (=κοντός) - (ενδυμ.) είδος κοντού παντελονιού.
σουτιέν, το, < γαλλ. soutien (=υποστήριγμα) < soutenir (=υποστηρίζω) < λατιν. sustineo, sustinere (=βαστάζω) < sub (=κάτω) + teneo, tenere (=κρατώ) - (ενδυμ.) στηθόδεσμος.
τραγιάσκα, η, < ρουμ. traiasca (=ζήτω) (από το επιφών. που φώναζαν Ρουμάνοι εκδρομείς στην Αθήνα, traiasca Grecia =ζήτω η Ελλάδα, που το συνόδευαν με πέταγμα του σκούφου τους στον αέρα) - (ενδυμ.) είδος λαϊκού κασκέτου με γείσο.
τσάντα, η, < τουρκ. canta - (ενδυμ.) σακκίδιο σε διάφορα σχήματα και διάφορες χρήσεις. ΠΑΡΑΓ. τσαντάκιας [=μικροκλέφτης].
τσαντίλα, η, < σλαβ. tsedilo - (ενδυμ.) α) αραιό ύφασμα για το στράγγισμα του τυριού, β) (γεν.) κάθε αραιό ύφασμα, γ) (μτφ.) κακής ποιότητας ύφασμα.
τσαντόρ, το, < αραβ. - (ενδυμ.) μαντίλα που φορούν οι μουσουλμάνες καλύπτοντας κεφάλι και πρόσωπο.
τσεβρές, ο, τουρκ. cevre (=περίμετρος, κύκλος) - (ενδυμ.) α) κεντητό τσεμπέρι, β) είδος υφάσματος για κέντημα.
τσελβόλ, το, < γερμ. Zellwolle < Zell (=κύτταρο) + wolle (=μαλλί) - (ενδυμ.) ύφασμα από τεχνητό μετάξι.
τσεμπέρι, το, < τουρκ. cember (=ζωστήρας) - (ενδυμ.) γυναικείος κεφαλόδεσμος.
τσόκαρο, το, < ιταλ. zoccolo, υποκ. < zocco < ελλ. σόκχος (=ζοχός) - 1. (ενδυμ.) ξύλινο πέδιλο, 2. (μτφ.) σαχλή γυναίκα.
τσόχα, η, < τουρκ. cuha - 1. (ενδυμ.) χοντρό μάλλινο ύφασμα, 2. κάλυμμα τραπεζιών για χαρτοπαιξία, 3. (συνεκδ.) χαρτοπαιξία, 4. (μτφ.) πονηρός, κατεργάρης. ΠΑΡΑΓ. τσόχινος.
φανέλ(λ)α, η, < βενετ. fanela < ιταλ. flanella < αγγλ. flannel - (ενδυμ.) α) ύφασμα από μαλλί ή βαμβάκι, β) εσώρουχο από το συγκεκριμένο ύφασμα, γ) μπλούζα από μαλλί ή βαμβάκι. ΠΑΡΑΓ. φανελάς, φανελένιος, φανελάδικο.
φερετζές, ο, < τουρκ. ferace < (ίσως) ελλ. φορεσιά - (ενδυμ.) κάλυμμα προσώπου.
φέσι, το, < τουρκ. fes (από το όνομα της πόλης Fez, πρωτεύουσας του Μαρόκου) - 1. (ενδυμ.) α) κόκκινος σκούφος με μαύρη φούντα, των μουσουλμάνων, β) ίδιος σκούφος των τσολιάδων, 2. (μτφ.) χρέος που δεν έχει εξοφληθεί. ΠΑΡΑΓ. φεσάρα, φέσα, φεσάδικο, φεσάς, φεσού, φεσώνω, φέσωμα.
φόδρα, η, < βενετ. fodra < γοτθ. fodr - (ενδυμ.) α) λεπτό ύφασμα στο εσωτερικό ρούχων, β) κάθε επένδυση ρούχου. ΠΑΡΑΓ. φοδράρω, φοδράρισμα, φοδραρίζω.
χασές, ο, < αραβ. hassa - (ενδυμ.) είδος βαμβακερού υφάσματος - ΠΑΡΑΓ. χασεδένιος.

Η επιλογή των ξένων λέξεων ήταν σίγουρα ενδεικτική, δίνει όμως τη δυνατότητα στον εκπαιδευτικό να θέσει διάφορα ερωτήματα προς το κοινό του μέσα από λεξιλογικές ασκήσεις π.χ. αντιστοίχισης, πολλαπλής επιλογής, συμπλήρωσης κενών, κειμένου κλ.π. όπως: ποιες λέξεις δηλώνουν ύφασμα, ποιες ενδύματα, υποδήματα, καπέλα, τσάντες, εσώρουχα, μαντίλια, τρόπους ραπτικής, κεντήματα, παραδοσιακά ενδύματα, ενδυμασίες ξένων λαών, ποια μπορεί να είναι κοινά ενδύματα με άλλους λαούς, ποια ενδύματα έχουμε στον 18ο, 19ο και 20ο αιώνα, κι ακόμα, με βάση την ετυμολογική διερεύνηση, ποιες λέξεις είναι τούρκικες, ιταλικές, αγγλικές, ποιες λέξεις σχετίζονται με κάποιο ανθρωπωνύμιο, τοπωνύμιο κλ.π. ποιες λέξεις είναι αντιδάνεια, κι ακόμα με ποιες λέξεις θα μπορούσαμε να αντικαταστήσουμε τα ξενόφερτα λεξιλογικά στοιχεία.


ΙΣΤΟΡΙΑ - ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ
(Αντιδάνεια)
α) Δελφίν(ι)ος, καναβάριος, κανονικάριος, καπετάνιος, κλιβανάριος, κορόνα, κουμπούρα, μπαλέστρα, μπομπάρδα, καμαρίλα, παραβολάνος, παρλαμάς,
β) βόμβα, βαλλιστικός, βαλλίστρα, γαλέα, εσπάδα, κανόνι, κανονιέρης, λάμα, πάτριοτ, πεντάγωνο, σμπίρος, πολιτσία, χαρτούσα,
γ) γκουβέρνο, καρτέλ.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Αγιάνης, ακιντσής, αργουζίνος, αρκεβούζιο, αταμάνος, βαρονία, βερσαλιέρος, βεσπασιανές, βογιάρος, βοεβόδας, βοναπαρτισμός, γασμούλος, γεδίκι, γενίτσαρος, γαζής, γιούνκερ, γκεσταπίτης, γκέτο, δελήμπασης, δερβέναγας, δικτάτορας, δομέστικος, δούκας, κουκάτο, δραγουμάνος, δρουγγάριος, εξκούβιτο, εραλδικός, ζαϊμης, ζαμπίτης, ζεϊμπέκης, ιδαλγός, ίντεξ, ινφάντης, ισαντζής, ιστρίων, ιωβηλαίο, καβαλαρία, καβάσης, καγκελάριος, κάιζερ, καίσαρας, καλένδες, καλιοντζής, καμικάζι, καμόρα, καρμανιόλα, κάπος, καστελάνος, κεχαγιάς, κήνσορας, κοζάκος, κολίγας, κολονέλος, κόμης, κομισάριος, κονσουλάριος, κόρτε, κορτεζάνος, κουρία, κουρσάρος, κρεματόριο, λάβαρο, λεγάτος, λεμπέσης, λουσιέρης, μανδαρίνος, ματζόρος, μουζίκος, μπουλουκμπασης, ναζίρης, νισατζής, νουμεράριος, πατρίκιος, πληβείος, πογκρόμ, πραίτορας, πρίγκιπας, ραγιάς, ράιχ, ρεϊζης, σαμουράι, σατράπης, σεκρετάριος, σερίφης, σογκούν, ταβουλάριος, τιάρα, τσάρος, τσελεμπής, τσέτης, τσορμπατζής, φεουδαλισμός, φέουδο, χαγάνος, χαϊντούκος, χαράτσι, χούντα,

- αγάς, αζάπης, αλπινιστής, αρμ, άρμα, αρμάδα, βετεράνος, γιαβέρης, γιουρούσι, γρεναδιέρος, δεκανέας, εσπάδα, ζανταρμάς, ζαπτιές, ζορμπάς, ζουάβος, κόλτ, κούκουρο, κουμπούρα, κουστωδία, λεγεώνα, λουμπάρδα, μάουζερ, μάνλιχερ, μολότοφ, μοσκετόνι, μουσελίμης, μουσκέτο, μπαγιονέτα, μπαγκέτα, μπαϊράκι, μπαλεστράδα, μπερέτα, μπούρτζι, μπράουνιγκ, μυδράλιο, ναπάλμ, νταϊφάς, νταλιάνι, παλάσκα, πιστόλα, ρεβόλβερ, ρογάτορας, σαμποτάζ, σαμποτέρ, σαντζάκι, σαρμάς, σελάχι, σισανές, σκάφανδρο, σπαχής, στιλέτο, ταμπούρι, τζανταρμάς, τζοχαντάρης, τομαχόκ, τορπίλα, τουφέκι, τσαούσης, φανταρία, φισέκι, φιτίλι, φλάμπουρο, φλομπέρ, φουσσάτο, χαγκάρ, χαντζάρι, χατμάνος,

- αγκιτάτσια, γιάφκα, γκεμπελικός, γκλάσνοστ, γκουβέρνο, ιμπεριαλισμός, καπιτώλιο, καπιταλισμός, κομιτάτο, κομμούνα, κομμουνισμός, κορτές, λενινισμός, λίγκα, λικβινταρισμός, λιμπεραλισμός, λόμπι, λούμπεν, μανιφέστο, μαοϊσμός, μενσεβίκος, μερκαντιλισμός, μορατόριουμ, μπολσεβίκος, ναζισμός, νατιβισμός, νεποτισμός, νομενκλατούρα, ντιρεκτίβα, παρλαμέντο, παρτιζάνος, πατερναλισμός, περεστρόικα, περονισμός, προβοκάτσια, προπαγάνδα, προτεκτοράτο, ρεβανσισμός, ρεβιζιονισμός, ρεπουμπλικάνος, ρεφορμισμός, σέκτα, σιωνισμός, σοβιέτ, σοσιαλισμός, σταλινισμός, τιτοϊσμός, τροτσκισμός, φαβιανισμός, φασισμός, φενιανισμός, φενταγίν, φεντεραλισμός, φόρουμ, φράξια, φορμαλισμός.

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
(Αντιδάνεια)
Δυναμό, ζάντα, καλούπι, κάμερα, καμινέτο, κανάλι, κλύστρο, κουπέ, λάμπα, λαμπιόνι, μάκενα, μετρό, μπαλάντζα, παϊτόνι, παλάγκο, πλατίνα, πολαρόιντ, πυρέξ, τουρνικέ, τσιμούχα.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Αβάνς, αιρκοντίσιον, αιρμπάς, αλάρμ, αμορτισέρ, αμπραγιάζ, αξεσουάρ, απλίκα, ασανσέρ, βαγόνι, βαγκόνλι, βαπορέτο, βεντιλατέρ, βέσπα,
βίντεο,
βολάν, βουλκανιζατέρ, γκαζιέρα, γκαζοζέν, γουόκι τόκι, γουόκμαν, γράδο,
γρανάζι,
εμαγιέ,
εξπρές, ζέπελιν,
ζικλέρ, καλοριφέρ, καμπριολέ, καρπυρατέρ, καροσερί, κλάξον, κομπιούτερ, κομπρεσέρ, κονταίηνερ, κόντακτ, κούρσα, λαντό, λιμουζίνα, λοκομοτίβ, μπλέντερ, μπόιγκ, μπομπίνα, μπουζί, μπουλντόζα, μπουλόνι, μπουτόν,
μίζα,
μίξερ,
μιράζ,
μόνιτορ,
μορς,
μοτέρ, μοτοσακό, μπαταρία, μπεκ, μπετονιέρα, μπιέλα, ντακότα, νταλίκα, ντεκοβίλ, ντεμπραγιάζ, ντίζελ,
ντουί,
ντρεζίνα, ντριστριμπιτέρ, παρκετέζα, παρμπρίζ, πεντάλ,
πικ απ,
πιστόνι, πλατφόρμα, πόστα,
πρέσα,
πρίζα,
ρακόρ,
ραντάρ, ρεκτιφιέ, ρελαντί, ροδέλλα, ρομπότ, σαζμάν,
σασί, σελλοφάν, σεντάν, σεσουάρ, σισπανσιόν, σονάρ,
σούκο, σπούτνικ, σπρέι, ταμπούρο,
ταξί,
τζετ,
τζιπ, τουρμπίνα,
τρακτέρ,
τραμ, τρανζίστορ, τρόλλεϊ, φλάντζα,
φλας,
φλοτέρ, φόρμουλα, φριτέζα, ωτομοτρίς,


ΦΥΣΙΚΗ - ΒΙΟΛΟΓΙΑ
(Αντιδάνεια)
α) Ανιόν, βάρο, έργιο, ιόν, καράτι, κατιόν , παλάγκο, παλάτζα,
β) βακτήριο, βακτηρίδιο, γαμέτης, ορμόνη, πεψίνη.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
- άγκστρεμ, αμπέρ, βατ, βέμπερ, βολτ, βολταζ, γαλβανίζω, γαλόνι, γράδο, δράμιο, ερτζιανός, καλορί, καντάρι, κβάντο, κουόρτερ, λέιζερ, λίβρα, μέιζερ, μπελ, νέγκατρον, νέπερ, νετρίνιο, νετρόνιο, νιούτον, νουκλεόνιο, ντεσιμπέλ, ποζιτρόνιο, τζάουλ, τονάζ, τραντζίστορ, τριφασικός, φαραντέν, χερτς,

- αταβισμός, βάκιλος, μεμβράνη, μενδελισμός, μερτζάνι, μοργκανισμός, πρεφορμισμός,

ΙΑΤΡΙΚΗ - ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ
(Αντιδάνεια)
α) Αμυγδαλή, γάμπα, κλιμακτήριος, κλινική, βαλλισμός, βρογχιόλιο, διφθερίτιδα, κρετίνος, κρετινισμός, λύμφη, μυγκρένα, μπράτσο, ουρανισμός, πιέντρα, ρέζους, σπάλα, σπάτουλα, σπιράλ, υστερία, ψυχεδέλεια,
β) ελιξήριο, ηρωίνη, κωδεϊνη, λάβδανο, μορφίνη, μπάλσαμο, στρυχνίνη.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
- αλβινισμός, αμόκ, αστιγματισμός, βατσίνα, βένα, βλάττα, βουτουλισμός, ιγμόρειος, ινφλουέντζα, κάγκαρο, καισαρική, καραντίνα, κράμπα, λεϊσμανίαση, λιθίαση, λουμπάγκο, λούπος, πανούκλα, πάρκινσον, πελλάγρα, πίντα, ραμολιμέντο, ρετσέτα, σαδισμός, σαλμονέλλα, σανατόριο, σαραλίκι, σεμίνωμα, σιαμαίος, σκαρλατίνα, σκορβούτο, σύφιλη, ταμπόν, τικ, τσεκ απ, φίστουλας,

- αμφεταμίνη, ασπιρίνη, βαζελίνη, βαρβιτουρικά, γάζα, γιάμπολη, δρόγη, εργοτίνη, εσάνς, θεριακή, λάβδανο, λουλάκι, μαντζούνι, μαριχουάνα, μπαλαντόνα, πάστιλος, πενικιλλίνη, πούδρα, πρέζα, ραβέντι, σιναμική, ταλκ, τζαβέλα, τσιρότο, φορμόλη, χασίσι,

ΒΟΤΑΝΙΚΗ
(Αντιδάνεια)
Άγρωστη, αζαλέα, ανασόνι, βρούβα, γαρίφαλλο, γιατσέντο, εστραγκόν, κανέλα, καρότο, κοτσάνι, λάτεξ, λουμάκι, λούπινο, μαϊντανός, μαντζουράνα, μαργαρίτα, έντα, μιμόζα, μοσκάτο, μπιζέλι, νεκταρίνι, ορχιδέα, πάπρικα, προύνο, στούπα, τούγια, φασόλι, φιστίκι, φουντούκι, φυντάνι.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

αβοκάντο, αγρέστα, αζαρόλι, αλιζάρι, άμωμο, ανανάς, αντίδι, αραχίδα, βανίλια, βερίκοκο, βιολέτα, έβενος, εντελβάις, εστραγκόν, ζαμπάκι, ζαμπούκος, ζιγγίβερι, ζιζάνιο, ζουμπούλι, ίασμος, ιβίσκος, καβούκι, κάγκαμον, καϊσί, κακάο, καλαμπόκι, καλεντούλα, καμέλια, καμφορά, καουτσούκ, καραγάτσι, κάρδαμος, καρπούζι, κάστανο, κανέλα, καφές, κιννάμωμο, κίτρο,
κόκα,
κόμι, κουκούτσι, λαβαντούλα, λαλές, λάπατο, λαπάτσα, λεβάντα, λεμόνι, λουλούδι, μαγκούτα, μανόλια, μανταρίνι, μαρούλι, μελιτζάνα, μενεξές, μούσμουλο, μπάλσαμο, μπάμια, μπαμπού, μπανάνα, μπιγκόνια, μπουρνέλα, μπρόκολο, νεράτζι, νούφαρο, ντάλια, όρεγκον, ορτανσία, πανσές, παντζάρι, παπαρούνα, πάπυρος, πατάτα, πορτοκάλι, περγαμόντο, ραδίκι,
ραζακί, ροδάκινο, ροζακί, ρόμπολο, ρουβία,
ρύζι, σαγκουίνι, σαλέπι, σαφορά, σέπαλο, σίκαλη,
σόγια, σπανάκι, τζανερίκι,
τικ,
τομάτα, τουλίπα, τσάι, τσαμπί, φάβα,
φίκος, φιλέρι, φινόκιο, φιόρε, φούλι, φούντα, φράπα, φρέζα, χαβούτσι, χαρούπι, χέννα, χουρμάς.


ΖΩΟΛΟΓΙΑ - ΙΧΘΥΟΛΟΓΙΑ
(Αντιδάνεια)
Αμοιβάδα, αντιλόπη, αντζούγια, γαλέα, γαλιάντρα, καλαμάρι, καστόρ(ι), κιρκινέζι, γκριφόν, κροταλίας, λεοπάρδαλη, μάγια, μέδουσα, μολοσσός, μούργος, μουρούνα, πάρδος, πατελίδα, πατέλα, σκαραβαίος, σκόρπαινα, στέρνα, ταρταρούγα, τόννος.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
- αβένα, αλιγάτορας, αλπακάς, ανακόντα, ασλάνι, ασβός, βαβούλι, βερβερίτσα, βίσωνας, βόας, ερμίνα, ζαγάρι, ζαμπέτη, ζέβρα, ζουλάπι, ιγκουάνα, καγκουρό, καλαμάρι, καμήλα, καπλάνι, καράβολας, καρδέλι, καρδερίνα, καρκαλέτσος, καρτάλι, κατσίκι, κογιότ, κόκερ, κοκότα, κόλεϋ, κολίμπρι, κόμπρα, κόνδορας, κόνικλος, κοράλλι, κορμοράνος, κούγκαρ, κροταλίας, μαϊμού, μαραμπού, μουλάρι, μουστέλα, μπαμπουίνος, μπεκάτσα, μπόξερ, μπουλντογκ, μπούφος, ουρακοτάγκος, πάνθηρας, πάντα, πεκινουά, πιγκουίνος, πόιντερ, πούμα, σαμιαμίδι, σέτερ, σπάνιελ, ταραντούλα, τερμίτης, τζάγκουαρ, τίγρη, τσακάλι, τσετσέ, φάλκο, φαλκόνι, φοξ τεριέ, χαρχάλι, χιμπαντζής,

- βακαλάος, βλάχος, καλκάνι, καπόνι, λικουρίνι, λούτσος, μένουλα, μερσίνι, μούλλος, μπακαλιάρος, μπαλένα, μπαρπούνι, μπαρακούντα, πάγρος, πέστροφα, πιράνχας, ρέγκα, τσιπούρα

ΟΡΥΚΤΟΛΟΓΙΑ
(Αντιδάνεια)
Αμίαντος, διαμάντι, ζαφείρι, κοφφινίτης, λειμονίτης, μαλαχίτης, μοροξίτης, μπριγιαντίνη, μπριλάντι, πλατίνα, σάρδιο, σμυρίγλι.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

αζουρίτης, ακουαμαρίνα, αλάβαστρο, άνθρακας, βακερίτης, βαρυσιλίτης, βοξίτης, βορακίτης, γανομαλίτης, γρανάτης, γρανίτης, δολομίτης, εψομίτης, ζαραρίτης, ζιγκενίτης, θαλενίτης, θεναρδίτης, θορίτης, ιακοψίτης, ιορδανίτης, καϊνίτης, καολίνης, κερίτης, κιζερίτης, κοπαλίνης, κοσαλίτης, λαζουρίτης, λαζουλίτης, λαρνακίτης, λαμπαδίτης, μανασσίτης, μοραβίτης, ολιβίνης, οπάλιο, ορθίτης, ουραλίτης, οψιδιανός, νεπτουνίτης, παρασίτης, πεταλίτης, πορσελάνη, σελεστίνης, σερπεντίνης, σμαράγδι, συλβίνης,
τουρμαλίνης, τιρκουάζ, τριπλίτης, χαβαζίτης, χουμίτης,


ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ - ΠΟΤΑ
(Αντιδάνεια)
Γαρίφαλλο, γάρο, ελιξήριο, μουρταδέλα, ζαμπόν, κανέλα, κανελόνι λαζάνια, λαλαγγίτα, λαρδί, μαργαρίνη, παστίτσιο, πελτές, πίτα, σιμίτι, στυφάδο - καραμέλα, κρέμα, μαντολάτο, μαρμελάδα, πάστα, παστέλι, πελτές, ταχίνι - αψέντι, μοσκάτο, ρετσίνα, τσέρι.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
- ατζέμ πιλάφ, βελουτέ, γαρδούμπα, γιαγλί, γιαλαντζί, γιαπράκι, γιαχνί, γιουβαρελάκι, γιουβέτσι, γκασπάτσο, γκουλάς, εσκαλόπ, ιμάμ μπαϊλντι, καβουρμάς, καπαμάς, κάρι, καρμπονάρα, κατσαμάκι, κέτσαπ, κεφτές, κιλότο, κοκορέτσι, κορνμπίφ, κοτολέτα, κρέπα, κροκέττα, λαμπάς, λαρδί, μουστάρδα, μαγιονέζα, μαμαλίγκα, μανέστρα, μαρινάρω, μαζές, μουσακάς, μπεσαμέλ, μπιφτέκι, μποξάς, μπουγιαμπέσα, μπριάμ, ογκραντέν, ομελέττα, ορντέβρ, νισουάζ, νουά, ντολμάς, ντονέρ, παέγια, πανέ, παπάρα, παστουρμάς, πατέ, πατλάκι, πατσάς, πεϊνιρλί, πιλάφι, πιροσκί, ποσέ, πουρές, ρεγκού, ριζότο, ροσμπιφ, ρόστο, σαβόρι, σαλάτα, σαλμί, σάλτσα, σάντουιτς, σαρμάς, σασίμι, σκορδαλιά, σνίτσελ, σοτάρω, σούπα, σουφλέ, στιφάδο, στραπατσάδα, σφολιάτα, ταραμάς, τασκεμπάπ, τζατζίκι, τοστ, τουρλού, τουρσί, τσιπς, τσορμπάς, φάβα, φουαγκρά, φρικασέ, φριτούρα, χάμπουργκερ,

-ασουρές, βανίλια, γιάτσο, γκοφρέττα, εκμέκ, ζελέ, καϊμάκι, καταϊφι, κάντιο, καριόκα, κασάτο, κατιμέρι, κομπόστα, κομφιτούρ, κορνέ, κουβερτούρα, κουραμπιές, κουφέτο, κρουασάν, λατίνι, λουκουμάς, μαντζούνι, μαντολάτο, μαρέγκα, μαρμελάδα, μερέντα, μιλφέιγ, μους, μπακλαβάς, μπαμπάς, μπατόν σαλέ, μπεζές, μπισκότο, μπομπόνι, μπουγάτσα, μπουρέκι, νουγκά, ντόνατς, παντεσπάνι, παρφέ, πετιμέζι, πουτίγκα, πραλίνα, προφιτερόλ, πτι φουρ, ραχάτ, ρεβανί, ρετσέλι, σαβαγιάρ, σαβαρέν, σάμαλι, σαντιγί, σβίγγος, σεράνο, σιρόπι, σκαλτσούνι, σου, τάρτα, τουλούμπα, τούρτα, τρούφα, τσουρέκι, φοντάν, φρουί γκλασέ, χαλβάς, χαμούρι, χοσάφι, χούμελι,

¬- απεριτίφ, βενεδικτίνηβότκα, κάβα, κακάο, καμπανίτης, καπουτσίνος, καφές, κεφίρ, κιάντι, κιννάμωμο, κόκα κόλα, κοκτέιλ, κονιάκ, κουαντρό, κουμανταρία, κουμ κουάτ, λάτεξ, λικέρ, μαδέρα, μαρασκίνο, μαρσάλα, μαρτίνι, μέντα, μιστέλι, μόκα, μούστος, σακέ, σαλέπι, σαμπάνια, σανγκρία, σερμπέτι, μπίρα, μπορντό, ούζο, ουίσκι, ντεμί σεκ, ντούζικος, ντρινκ, πορτό, πούντσι, ρακί, ροσόλι, ρούμι, σούμα, σουμάδα, σπίρτο, τεκίλα, τζιν, τσίπουρο, φαλέρνο,

ΕΡΓΑΛΕΙΑ
(Αντιδάνεια)
Γάντζος, διαμάντι, καλέμι, κάνουλα, κερκέλι, κορδέλα, κοχλιάριο, μπαλαίνα, μπαλαντέζα, μπαλάντζα, μποτίλια, μπουάτ, πίρος, σιφώνι, στυλό, τεφτέρι.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

αξινα,
βάνα, βούρτσα,
δουρβάνι, ζουμπάς, καβαλέτο, καβίλια, καζαβί, καζμάς, καπάντζα, καρούλι, κατσαβίδι, καφετιέρα, κάψα,
κιάλι, κολαούζος, κομπάσο, κορνέ, λανάρι, λιβιέ,
λίμα, λουκέτο, λούρος, μακαράς, μακάς, μάκελα, μαναβέλα, μαραφέτι, μασάτι, μασιά, μασούρι, μέγκενη, ματσόλα, μόρσα, πασέτο, πασπαρτού, πένσα, περγέλι, πινέλο, πλάνη, πλοτέρ, πόμπα, πόντα, ποντίλια, ράσπα, ρεζέρβα, ρεζές, ρεντές, ρόκα, ρόλλεϊ,
σάζι, σαούλι, σαϊτα, σέικερ, σέσουλα, σιγάτσα, σκάλα, σκαρπέλλο, σκούπα, τανάλια, τιρμπουσόν, τριβέλι, τσάπα, τσεκούρι, τσιγκέλι, φαλτσέτα, φαράσι, φιλές, φίλτρο, χαβάνι, χάμουρα,


ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ
(Αντιδάνεια)
Πιάστρα, ευρό, τορνέσι, τσεντέζιμο.

ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

ζλότι,
ικιλίκι,
καϊμές,
καπίκι, καρλίνο, καρτσί,
κολόν, κορόνα,
κουέτζαλ, κρόνε, κροζέιρο,
λατ,
λέβα,
λέι,
λεκ,
λεμπίρας, λίρα,
λιρέττα,
λουίζι,
μάρκο, μεταλλίκι, μετζίτι, μονέδα, μπαγκανότα, μπάνι, ναπολεόνειο, ντούμπλα, παράς,
πέγκο,
πέζο, πένα,
πεσέτα, πετσέτα, ρεάλιο,
ρέις,
ριάλ,
ρούβλι, ρουπία,
τάελ,
τάλιρο, τορνέσι, τσεντέζιμο, τσερβόντες, φαρδίνι, φιορίνι, φλουρί, φράγκο,


ΘΕΑΤΡΟ - ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ - ΧΟΡΟΣ
(Αντιδάνεια)
Καρατερίστας, κομεντί, κόρο, κομέντια ντελ άρτε, παντομίμα, στόρι, πόζα, ποζάρω, σενάριο, σκετς, τουρνέ, καρτούν, σινεμά.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
- ακτιβισμός, αλκόβα, αμπιγιέζ, αμπιγιέρ, αμπονέ, αρλεκίνος, ατραξιόν, βαριετέ, βουλεβάρτο, γκαρνταρόμπα, γκινιόλ, γκρανγκινιόλ, καμαρίνι, καμποτίνος, καμπούκι, καραγκιόζης, κασέ, κολομπίνα, κομπανία, λόζα, όπερα, οπερέττα, νούμερο, ντεκόρ, ντεκορατέρ, παλιάτσος, πάλκο, παλκοσένικο, περντές, περσόνα, πιερότος, πρόζα, πρεμιέρα, πρόβα τζενεράλε, ράμπα, ριντό, σαϊνέτα, σουμπρέτα, σπίλμαν, σταρ, ταβερναρία, ταραντέλλα, τραμπουκέτο, φρίζα, φάρσα,

- βεντέτα, γκαγκ, γουέστερν, ζουμ, θρίλλερ, κασκαντέρ, μελό, μίκυ μάους, μοντάζ, μπομπίνα, οπερατέρ, ντεκουπάζ, ντουμπλάζ, πλέι μπακ, πορνό, ρακόρ, σεκάνς, σίριαλ, σταρ, στάρλετ, στούντιο, τρικ, τρικάζ, τρικέζα, τσόντα, φιλμ, φλας μπακ,

- αλεμάντ, αραμπέσ, βαλς, βιζαβί, γκαβότα, γκάλοπ, καζατζόκ, κανκάν, καντρίλια, καρσιλαμάς, ντάμα, ντάνσιγκ, ντίσκο, πασαμέτζο, πιρουέτα, πόλκα, πολωνέζα, ράμπα, ροκ εντ ρολ, ρούμπα, σάμπα, σέικ, σουίνγκ, τουϊστ, τράτα, τσάρλεστον, τσα τσα, τσιφτετέλι, φάμένγκ, φοξ τροτ, φιγούρα,

ΤΕΧΝΗ
(Αντιδάνεια)
Γκράφιτι, γκρέκα, γκροτέσκ, κολλάζ, παστέλ, πόζα, ποζάρω, σκιτσάρω, σκίτσο, στυλ, στυλιζάρω, ταλέντο, μπαγιαντέρα, μπαλαρίνα, μπαλέτο, μπάλος, μωσαϊκό, ντιέζ,
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Ακουαρέλλα, βιτρό,
γκαλερί, γκραβούρα, εξπρεσιονισμός, εστέτ,
ζεν πρεμιέ, ζονγκλέρ,
ιντάλιο, ιμπρεσιονισμός, κιτς,
κλόουν, κολορίστας, κονστρουκτιβισμός κονφερανσιέ, κόπια,
μαγιόλικα,
μαιτρ,
μανιέρα,
μπαρόκ,
μπατίκ,
μπιενάλε,
οπ αρτ,
ναϊφ,
νατούρ μορτ, νατουραλισμός, νατουρισμός, νουσκάς, ντανταϊσμός, παλέτα,
πιετά,
πριμιτίφ,
παγόδα,
ποπ αρτ, πορτραίτο, ρεζισέρ,
ρεπλίκα,
ρεπουσέ, ρετουσάρω, ροκοκό,
ρουστίκ, σαγκουίνα, σφουμάτο,
σαλίβα,
σβάστικα, σιλουέτα,


ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
(Αντιδάνεια)
Κάμαρα, καμαρίνι, καμινάδα, κατακόμβη, κιστέρνα, γαλαρία, πίλαστρο, σιλό, στέρνα.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Αλτάνα, απαρτεμάν, αστράχα, γαρμπίλιο, γιαπί, γκαρσονιέρα,
γρίλλια,
κούλα, κουμπές, κουτσουνάρι,
μαδέρι,
μακέτα, μαρκίζα, μεζονέττα, μιναρές, μπάζα, μπαλκόνι, μπανγκαλόου, μπάνιο, μπετόν, ντουβάρι, ντουβάρι, παλάτι, πανσιόν, παντζούρι, παράγκα, παραπέτο, πασαμέντο, περβάζι, πιλοτή, πλατφόρμα, πόρτα,
ρελιέφ, ρεσεψιόν, ρετιρέ, ροζέττα, ροτόντα, σαγρές,
σάλα,
σαλόνι, σαχισίνι, σοβάς, σουβατεπί, σουίτα, σοφίτα, ταβάνι, ταράτσα, τέμπλο, τουαλέττα, τούβλο, τραβέρσα, τραμπάλα, τρούλος,
τσινί,
φρίζα,
φάτσα, χαγιάτι,
χολ,


ΜΟΥΣΙΚΗ
(Αντιδάνεια)
Αιρ, άρια, αριέτα, αριόζο, αρμόνικα, αρμόνιο, άρπα, βαρκαρόλα, καμεράτα, κοράλ, κόρδα, κορίστας, κόρο, κορόνα, κουρντίζω, λατέρνα, μαντολινάτα, μαντολίνο, μελόντικα, μιούζικαλ, μουσικάντης, μπαλάντα, μπαντούρα, μπάσο, μπάσος, μπομπάρδο, νάκαρο, ντιέζ, ντίσκο, οργανέτο, οργανίστας, οργκανάιζερ, συμφωνιέτα, συνθεσάιζερ, τσαμπούνα, τσέμπαλο, φυσαρμόνικα.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Ακοπανιαμέντο, ακορντεόν, ακόρντο,
αλέγκρο,
άλτο,
αμανές,
αντάντε,
αντάτζιο, απασιονάτο, απρίμα βίστα, ατάκα,
βάκλο,
βαλτόρνα, βάρδος, βαριασόν, βιβάτσε,
βιλανέλα,
βινάτα,
βιόλα, βιολοντσέλο, βίρτζιναλ, γιουκουλέλι, γκάιντα,
γκάμμα, γκλισάντο,
γκογκ,
γκόσπελ, γκρανκάσα, γκρουπ,
εντράδα, εσπιράντο, εσπρεσίβο,
ζίλι,
ιβάτο,
ιμπρόλιο, ιντερλούδιο, ιντερμέδιο, ιντράτα,
καντάδα, καντάμπιλε, καντίνι,
κάντρυ, καντσονέττα, καποτάστο, καπρίτσιο, καστανιέττα, κρετσέντο, κεμεντζές,
κινύρα,
κίστρα,
μαέστρος, μαζούρκα,
μάμπο, μαντινάδα, μαράκας, μαρίμπα,
μαρς,
μετζοπιάνο, μετζοφόρτε, μινόρε,
μινουέτο, μοντεράτο, μπαγκέτα,
μοτίβο,
μπαγλαμάς, μπαλαλάικα, μπάντα,
μπολερό,
μπλουζ, μπουζούκι, μπουρλέσκο, πάνκ,
παρτιμέντο, παρτίτα, παρτιτούρα, πιάνο,
πίκολο,
πίπιζα,
ποζιτίφ,
πόλκα,
ποπ,
πορταμέντο, ποτπουρι, πρελούντιο, πρεμιέρα, πρέστο, πριμαντόνα, πρίμο,
ράκετ,
ραλεντάτο, ρεμπέκ, ρεμπέτης, ρεσιτάλ,
ρεφρέν, ριγατούρα,
ροκάς,
ροκ εντ ρολ, ρόκερ, ρομανθέρο, ρομάντζα,
ρομβία,
ροντό,
σάζι,
σαϊνέτα,
σάμπα,
σανσόν, σαντούρι, σαξόφωνο, σεγκόντο,
σέικ,
σεξτέτο, σερενάδα, σκέρτσο,
σολίστας,
σόλο,
σολφέζ,
σονάρω,
σονάτα,
σπινέτα,
σουίτα,
τρόμπα, τρομπέττα, τρομπόνι, τροβαδούρος, τσελέστα,
τσέλο,
τσέμπαλο, φαγκότο,
φαλτσο, φαμφάρα, φερμάτα, φιοριτούρα, φλαμένγκο, φλάουτο,
φλυγγελχορν, φόρτε,
φορτίσιμο, φούγκα, φουγκάτο, χαβάγια,
χαβάς,


ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
(Αντιδάνεια)
Καναβάτσο, κανονιέρης, πέναλτι, σέντερ, σέντρα, τουρνουά.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Αλπινισμός, αμπάριζα, άουτο, αουτσάιντεράπερκατ, αρασέ, βιράζ,
βολέ, βόλεϊμπολ, γκανιάν, γκελ,
γκολ, γκολκίπερ, γκολπόστ, γκολφ, γκρανπρι, γουότερ πόλο, εξτρέμ,
ζίου ζίτσου, καγιάκ, κανό, καραμπόλα, καράτε, κάρτινγκ, κατς, κέρλινγκ, κόρνερ, κουνγκφού, κούρσα, κρίκετ, κροκέ, κρόουλ, κροσέ, λάινσμαν, λιμπερο, μπάντμιντονμποξ, μποξέρ, μπακ, μπάλα, οφσάιντ,
νοκ άουτ, νοκ ντάουν, νταμπλ, ντεμαράζ, ντέρμπι, ντεφορμέ, ντιρέκτ, ντοπάρω, ντοπέ, ντραγκ ρέισινγκ, ντράγκστερ, πάσα, πατινάζ, πελότα, πινγκ πονγκ, πισίνα, πίστα, πλασέ,
πλέι μέικερ, πλονζόν, πόλο, πρέσινγκ, ράγκμπι, ρακέττα, ράλι, ρεβέρ, ρεγκάτα, ρεκόρ, ρέφερι, ριμπάουντ, ρινγκ, σερβίς, σέρφινγκ, σετ,
σικέ,
σκάκι,
σκιέρ,
σκορ, σκόρερ, σκουός, σκρινάρω, σλάλομ, σούζα, σουτ, σουτέρ, σπιντγουαίησπορ, σπριντ, σπριντερ, στιπλ,
τάιμ άουτ, τάκλινγκ, ταμπλό, ταρτάν, τέννις, τζάμπολ, τζαρτζάρω, τζόκινγκ, τζούντο, τρίπλα, τσαλίμι, τσικό, φαβορί, φάουλ, φίνις,
φρίκικ, χάντικαπ, χαντ μπολ, χόκεϋ, χούλιγκαν,


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ
(Αντιδάνεια)
Γαλιάντρα, βρικόλακας, δελφίνος, καμπούρης, κρετίνος, μακελάρης, μαύρος, μίζερος, μούργος, μπόγιας, μπόμπιρας, μπράβος, παρακεντές, πολιτικάντης, ρουφιάνος, τσαννάκι, φανταστικός, φαντομάς, φυντάνι.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

ζάβαλης, ζαμενής, ζαμπούνης, ζαρίφης, ζεβζέκης, ζητιάνος,
ζιζάνιο,
ινατσής, καβγατζής, καϊρης, καλπαζάνης, καμποτίνος, κανάγιας, καπάτσος, καπριτσιόζος, καραγκιοζλίδικος, καρίφης, κερχανατζής, κεφίλης, κιμπάρης,
κιοτής,
κοκέτης, κολαούζος, κολομπαράς, κομπλιμεντόζος, κουμπούρας, κουραμπιές, κουριόζος, κουρνάζος, κουρτέσης, λακριντιτζής, λαφαζάνης, λεβέντης,
λέσι,
λέτσος, λούμακας, λούρδος, μαγκιόρος, μαλαγάνας, μαντατούρης, μερακλής, μορόζος,
μόρτης, μουρντάρης, μουσίτσα, μούτρο, μπαγάσας, μπαγλαμάς, μπαμπέσης, μπατάλης, μπαταξής, μπεκρής, μπελαλής, μπεμπέκα, μπέμπης, μπερεκετλής, μπερμπάντης, μποέμ, μπουλούκος, μπουμπούνας, μπουνταλάς, μπούφος, μπριόζος, ναζλίδικος, νταβατζής,
νταής, ντεληφισέκης, ντελικάτος, ντερμπεντέρης, ντερτιλής, ντιλετάντης, ντόμπρος, παπάς,
παρτάλι, παρτσακλός, πατσαβούρα, πατσάς, πεζεβέγκης, πελτέκης, πεχλιβάνης, πιτσούνι,
ραζής,
ρεκλαμαδόρος, ρεμάλι, ρέμπελος, ρεμπεσκές, σούπερμαν, σουρτουκλεμές, σούρδος, σουρτούκης, σοφιστικέ, σπεκουλαδόρος, σπιούνος, σπιρτουόζος, σακάτης, σαλτιμπάγκος, σαρδόνιος, σβέλτος, σεβνταλής, σεϊτάνης σελέμης, σερέτης, σερσέμης, σέρτης, σκαμπρόζος, σκερτσόζος, σνομπ, σουλατσαδόρος, ταμαχιάρης, ταρτούφος, τεβεκέλης, τεμπέλης, τεμπελχανάς, τενεκές, τεντιμπόης, τεριακλής, τζαμαλής, τζαμπατζής, τζαναμπέτης, τζερεμές, τζιμάνης, τζοβαϊρι,
τζόβενο, τζουτζές,
τιτίζης, τραμπούκος, τσαμπουκάς, τσαούσης, τσαπατσούλης, τσαρλατάνος, τσαχπίνης, τσιγκούνης, τσιφούτης, τσιράκι,
τσίφτης, τσογλάνι,
τσόλι,
τσουτσέκι,


ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ - ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ
(Αντιδάνεια)
Εσπάδα, καμαριέρης, καμαρότος, μακελλάρης, μπαγιαντέρα, μπόγιας, οργανίστας, πιλότος, σπόνσορας, ταπετσιέρης, τελάλης, τορναδόρος.
ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

αϊβαζής, αλμπάνης, αμπιγιέζ,
αντικέρ, αραμπατζής, ατζέντης, δραγάτης, δραγουμάνος, ζαϊμης, ζαμπίτης, ζεϊμπέκης, ιμάμης, ιμπρεσάριος, καβάσης, καβάφης,
καδής,
καζάζης, καϊκτσής, καλαϊτζής, καλαφάτης, κάλφας, κανταρτζής, καφετζής, κουγιουμτζής, κουλάκος, κουρουζής, κρουπιέρης, λαβαρέντης, λαγουμιτζής, λοκαντιέρης, λοστρόμος, μακιγιέζ, μακιγιέρ, μαμελετζής, μαμούρης, μανάβης, μάνατζερ, μανεκέν, μαραγκός,
μαρκόνης, μασέρ, μάστορας, μοδίστρα, μοντελίστ, μοντέρ, μπαγκέρης, μπακάλης, μπακιρτζής, μπαλτατζής, μπαξεβάνης, μπάτλερ, μπράβος, ντεκορατέρ, ντετέκτιβ,
ντίλερ,
ντοτόρος, ντράμερ, πατσατζής,
πλασιέ, πορτιέρης, προφέσορας, ρακιτζής, ρεπόρτερ, ρεσεψιονίστας, σαράφης,
σεϊζης, σερβιτόρος, σοβατζής,
σοφέρ,
σπίκερ, ταβερνιάρης, ταγιαδόρος, ταμβάκης,
τερζής,
τζελάτης, τζόκεης, τιμονιέρης, τουφεξής, τσομπάνος,


ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ
(Αντιδάνεια)
Γομολάστιχα, καναπές, κανάτα, καρέκλα, καρτέλα, κιλίφι, κόφα, λαγήνα, λαμινάρι, λαμνί, λεγένι, μαστέλο, μενταγιόν, μπρασελέ, μπαλαίνα, μπαστούνι, μπουκάλι, πατέλα, πιάτο, σινί, ταπέτο, ταπετσαρία, τσαννάκι, τσότρα, φαρφουρί, χαλκάς.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
(Αντιδάνεια)
Βρικόλακας, βασάλτης, γκλάμουρ, γκάμμα, διάγμα, εστέτ, καμεραλισμός, καρτούτσο, κόλπο, κοτσάρω, κρικέλι, λιμάνι, λίμπα, μαρτούριο, μασίφ, μάσκα, μασκέ, μασκότ, μαστέλο, μιζέρια, μούργα, μπαλαντέρ, μπανιάρω, μπάνιο, μπαρούτι, μπουτίκ, μπριγιόλ, ντόγια, οράριο, οργανικισμός, ουτοπία, παλάβρα, παραβολάνος, παρόλα, παρλάρω, πιάτσα, πλάγκτόν, πλαζ, πλατό, ρέζιγος, ρεπό, ρίμα, σέπια, σάκκελα, σακελλάριος, σομιέ, σοφιστικέ, στοπ, στάτο, σύλλαβος, συνδικαλισμός, συνδικαλιστής, συνδικάτο, ταγήνι, ταπετσαάρω, τάρταρο, τζάντζαλο, τζιριτζάντζουλα, τουρ, τουρίστας, τουρισμός, τριβαδισμός, τσάρτερ, τσάτρα - πάτρα, τσέτουλα, τσίμα - τσίμα, τσιμινιέρα, τσιμπούσι, φαντεζί, χάρτα, χαρτόνι, ωράριο.

ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΑΝΕΙΩΝ ΛΗΜΜΑΤΩΝ
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΣΗΣ


αερόμπικ - αεροβιακή
αζαλέα - αζάλεια
αλχυμεία -αλχημεία
άμπακος - άμπακας
αντζούγια - αντσούγια
βόμβα - μπόμπα
βρατσέρα - μπρατσέρα
βρικόλακας - βρυκόλακας
γαλό(τ)σα - γαλότζα
γαρύφαλλο - γαρίφαλ(λ)ο - γαρούφαλλο
γάρο (το) - γάρος (ο)
γιατσέντο - γιατσίντο - διατσέντο - διατσίντο
γκάμ(μ)α
γκλάμο(υ)ρ
(γ)κουβέρνο
γόμ(μ)α
δελφίν(ι)ος
δια(γ)μα
διφθερίτιδα - διφθερίτης
δυναμίτης - δυναμίτιδα
ελιξήριο - ελιξίριο
ζαφ(ε)ίρι
καλούμ(π)α
κάμαρη - κάμαρα
καν(ν)αβάς - καμβάς
καναβάτσα - καναβάτσο
καν(ν)αβατσέτα
καναβάτση - καναβάτσι - καν(ν)αβάτσο
καν(ν)έλ(λ)α
καν(ν)ελόνι
καροτένιο - καροτίνη
καρίνα - καρένα
καρότο - καρώτο
καστόρ(ι)
κουρντίζω - κουρδίζω - χορδίζω
λάβδανο - λαύδανο - λήδανο
λαμπα(ν)τέρ
λάτεξ - λατέξ
λειμονίτης - λειμωνίτης
λού(μ)πινο - λουπίνι
μαϊντανός - μαϊδανός
μακελ(λ)άρης
μακελ(λ)ειό
μάκενα - μακίνα
μα(ν)τζουράνα
μέγ(κ)ενη - μέγγενη
μεταλ(λ)ίκι
μοσαϊκό - μωσαϊκό
μουζικάντης - μουσικάντης
μο(υ)ρταδέλα
μπαλαίνα - μπαναίλα - μπαλένα - μπανέλα
μπάλσαμο - βάλσαμο
μ(π)αντούρα
μπαρούτη (η) - μπαρούτι (το)
μπομπάρδα - βομβάρδα
μπο(υ)κάλι
μπο(υ)νάτσα
μπρατσέρα - βρατσέρα
μπριγιάν(τι)
(ν)τελάλης
ντόγ(ι)α
οξ(ε)ίδιο
οργανιστής - οργανίστας
παλάντζα - μπαλάντζα
παντούφλα - παντόφλα
πελτές - μπελντές
πίτ(τ)α
πρασι(ν)οδύμιο - πρασεοδύμιο
σακελ(λ)άριος
σάρδης - σάρδιο
σινεμά(ς)
σιφόν(ι)
σο(υ)μιέ - σο(υ)μιές
σπόνσορ(ας)
ταγήνι - ταϊνι
ταπετσ(ι)έρης
ταπισ(σ)ερί
τεφτέρι - δεφτέρι
τζά(ν)τζαλο
τζιριτζάντζουλα - τσιριτσάντζουλα
τζίρος - τζύρος
τιτάν(ε)ιο
τόν(ν)ος
τουρνέλο - τουρνέλα
τσεντέζιμο - τσεντέσιμο
τσηρώτο - τσιρότο
φασόλο - φασούλι
φιντάνι - φυντάνι




ΛΗΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΤΟ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΜΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΕΣ Ή ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ



ακαδημαϊσμός
γραικύλος
γκρέκα
γραίγος
γκριφόν
δελφίνιος
δυναμίτης
ερμητικός
ευρώπιο
κάδμιο
μαγνήσιο
μακεδονήσι
μέδουσα
μολοσσός
μωσαϊκό
λύμφη
μορφίνη
νιόβιο
ουρανισμός
πλουτώνιο
παϊτόνι
προμήθειο
ρέζους
σελήνιο
ταντάλιο
τάρταρο
τιτάνιο

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ

Βασική αρχή ενός λεξικού ή οποιασδήποτε άλλης λεξικολογικής εργασίας είναι η ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού για τον τρόπο καταγραφής και ανάπτυξης των λημμάτων. Έτσι λοιπόν και σ΄ συτήν την εργασία η λημματολόγηση βασίστηκε σ΄ ένα αριθμό λέξεων που, έχουν τις ρίζες τους τόσο στην αρχαία και μεσαιωνική μας γλώσσα, με τη μορφή της λόγιας ή της λαϊκής μας παράδοσης, όσο και στη προφορική ή γραπτή νεοελληνική μας. Πεντακόσια περίπου λήμματα συνθέτουν την κατηγορία των Αντιδανείων μέσα από ένα σύνολο έρευνας 80.000 λημμάτων, ενώ ο αριθμός των ελληνογενών όρων που απαρτίζει την δεύτερη κατηγορία, είναι μόνο ενδεικτικός του μεγέθους.

Στο δεύτερο μέρος της εργασίας καταγράφεται ένα αξιόλογο δείγμα ελληνογενών λέξεων που πηγάζουν από το χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Η ελληνικότητα των λέξεων αυτών είναι εμφανής, δυστυχώς, όμως, δεν μπορούμε να υπερηφανευόμαστε πως είμαστε και οι δημιουργοί των επιτευγμάτων ή των φαινομένων ή των θεωριών, των όσων δηλαδή φανερώνουν με την ονομασία τους οι λέξεις αυτές.


Ακολουθώντας κλασικούς λεξικογραφικούς κανόνες σελιδοποίησης και αισθητικής, το βασικό λήμμα στοιχειοθετείται με έντονα μαύρα γράμματα και φυσικά σε απόλυτη αλφαβητική σειρά. Στο ετυμολογικό μέρος ακολουθείται το πολυτονικό σύστημα όταν η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική, ενώ οι συντομογραφίες γίνονται απαραίτητες για τον περιορισμό της ετυμολογικής έκτασης. Οι συντομογραφίες θεωρούνται αναγκαίο κακό, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, δίνεται ή παρετυμολογική ανάλυση αλλά και η μυθολογική ή ιστορική αναφορά όταν υπάρχει συσχετισμός του λήμματος με κάποιο μυθικό ή ιστορικό πρόσωπο. π.χ.:

δελφίν(ι)ος, ο, ουσ.
ΕΤΥΜ. γαλλ. Dauphin (=τίτλος από γαλλικό νομό που είχε έμβλημα το δελφίνι) < dauphin (=δελφίνι) < λατιν. delphinus < ελλ. δελφίς (=θαλάσσιο κήτος). ΙΣΤΟΡΙΑ. Η ονομασία επικράτησε όταν ο Κάρολος Ε΄ παραχώρησε στο γιο του ένα τμήμα του βασιλείου του που ήταν γνωστό σαν Dauphine (δελφινάτο), επειδή έτσι το είχε ονομάσει ο παλαιότερος ηγεμόνας του, ενώ το λάβαρο του παλιού φεουδάρχη που έφερε σα σύμβολο το δελφίνι οικειοποιήθηκε ο Γάλλος βασιλιάς.
εστραγκόν, το, άκλ.ουσ.
ΕΤΥΜ. γαλλ. estragon < (es)targon < λατιν. tarchon < αραβ. tarkhoun < μτγν. δρακόντιον =φιδόχορτο (είδος φυτού που φέρει στα φύλλα του κηλίδες, έτσι, που να θυμίζει δέρμα φιδιού).
κάδμιο, το, ουσ.
ΕΤΥΜ. νεολατ. cadmium < λατιν. cadmia (=είδος ορυκτού που εξαγόταν από την περιοχή της Θήβας και χρησίμευε σα φάρμακο των ματιών) < από την αρχ. φρ. «καδμεία γη» < σύμφωνα με την παράδοση από το μυθ. κύρ. όν. Κάδμος. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Κάδμος, γιος του Αγήνορα και της Τηλεφάσης, αδελφός του Φοίνικα, του Κίλικα και της Ευρώπης (Απολλόδ. 3.1.1.). Μαζί με τα αδέλφια του ανέλαβε την αναζήτηση της αδελφής του. Με θεϊκή εντολή οικοδόμησε μια νέα πόλη, τη Θήβα, στον κάμπο της Βοιωτίας.
καλμάρω, ρ.
ΕΤΥΜ. ιταλ. calmare < calma < υστερολατιν. cauma < ελλ. κα~υμα < (=μεγάλη ζέστη) [ετυμολογικά εξηγείται: γιατί σε συνθήκες άπνoιας και ηρεμίας η ζέστη γίνεται πιο έντονη] < καίω.

Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί μόνο στις λέξεις και την ιστορική τους διαδρομή, όμως, πιστεύω πως η εννοιολογική εξέταση είναι επιβεβλημένη γιατί «μια απογυμνωμένη από τη σημασία της λέξη δεν είναι λέξη, είναι ένας κενός ήχος, συνεπώς, η σημασία είναι απαραίτητο, θεμελιώδες γνώρισμα της ίδιας της λέξης». Η παρουσία συνωνύμων λέξεων στην ερμηνεία επιδιώκει την καταγραφή νέων λέξεων που αναβαθμίζουν το λήμμα με την εναλλακτική και μονολεκτική τους διάσταση, ενώ διαφοροποιούνται, σε ελάχιστο βαθμό, υποκρύπτοντας ταυτόχρονα μια χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα. Στα περισσότερα ερμηνεύματα δίνεται στην αρχή ένας βασικός χαρακτηρισμός, σε συντομογραφική μορφή, σαν εισαγωγή, σαν προετοιμασία ή σαν πρώτη επεξηγηματική ματιά για τον ορισμό που πρόκειται να ακολουθήσει. Τις περισσότερες φορές δηλώνουν διάφορους τομείς επιστημών όπως: ιατρ.ική, μαθημ.ατικά, χημ.εία, αρχιτ.εκτονική, γεωλ.ογία, κλ.π. π.χ.:

καλαμάρι, το, ουσ.
ΕΡΜ. 1. μελανοδοχείο, 2. (ζωολ.) κεφαλόποδο μαλάκιο, 3. (φυτολ.) το φυτό τευθίς η κοινή, 4) μικρή κασετίνα για πένες από καλάμι, 5. (φρ.) «χαρτί και καλαμάρι», αναφορά με κάθε λεπτομέρεια.
ΠΑΡΑΓ. καλαμαριά, καλαμαριέρα, καλαμαράς, καλαμαρίτσι.
κάνουλα, η, ουσ.
ΕΡΜ. ξύλινος ή μεταλλικός σωλήνας με στρόφαλο που κανονίζει την εκροή του υγρού, συνών. βρύση, κρουνός, ρουμπινές, στρόφιγγα.
κορδέλα, η, ουσ.
ΕΡΜ. 1. (ενδυμ.) ταινία από ύφασμα, 2. (μαθημ.) ειδική ταινία για μέτρηση εκτάσεων, 3. (εργαλ.) είδος πριονιού για την κοπή ξύλων, 4. (κινημ.) ταινία με το φωτογραφικό υλικό του έργου.
ΠΑΡΑΓ. κορδελάς, κορδελιάζω, κορδέλιασμα, κορδελιάστρα.

Σκοπός της εργασίας αυτής δεν είναι μόνο η καταγραφή και η κατηγοριοποίηση ενός λεκτικού συνόλου, είναι κύρια η ευαισθητοποίηση του αναγνωστικού κοινού ως προς το φαινόμενο του δανεισμού που τείνει στις μέρες μας να πάρει τεράστιες διαστάσεις. Παράλληλα, όμως, ο Έλληνας αναγνώστης οφείλει να γνωρίσει, σε ικανοποιητικό βαθμό, για να συνειδητοποιήσει, όχι με έναν στείρο σωβινισμό, την γλωσσική υπεροχή του λαού μας. Αν τα Αντιδάνεια φανερώνουν ένα τμήμα του γλωσσικού μας δανεισμού, οι ελληνογενείς όροι αποκαλύπτουν περίτρανα την διεισδυτική δύναμη και την ανωτερότητα της γλώσσας μας. Η συνεισφορά, λοιπόν, του Έθνους μας στο σημερινό γίγνεσθαι είναι η πολιτισμική μας παρακαταθήκη. «Η γνώση του παρελθόντος είναι καλή, αλλά εμείς βοηθούμενοι απ΄ αυτό και παίρνοντας ό,τι μπορούμε θέλομε να δημιουργήσομε κάτι καλύτερο, κάτι δικό μας, βγαλμένο από το σημερινό είναι μας, από το εγώ μας». Η γνώση του παρελθόντος και το χρέος του παρόντος επιβάλλουν τη δική μας δημιουργική συνεισφορά, τη δική μας αφομοιωτική παρέμβαση, τη δική μας «επεκτατική» πολιτισμική τακτική.

Κλείνοντας το εισαγωγικό μου σημείωμα θα ‘ήθελα να ευχαριστήσω τον καθηγητή κύριο Γεράσιμο Μαρκαντωνάτο για το ενδιαφέρον και την αμέριστη συμπαράσταση του, για τις συμβουλές και την ευγενέστατη στάση του. Να ευχαριστήσω τον επιμελητή της έκδοσης κύριο Σταυρόπουλο Χρήστο, πολύτιμο συνεργάτη του εκδοτικού οίκου, την φιλόλογο καθηγήτρια κυρία Απέργη Παπακυριακού Ευαγγελία για τις φιλολογικές της παρεμβάσεις, την κυρία Δημητρά Χατζησάββα Ασημίνα για την επαγγελματική της συνεισφορά, τον φιλόλογο καθηγητή κύριο Γρηγοριάδη Δημήτρη για τις επικοδομητικές μας συζητήσεις, τον αληθινό φίλο και επιτυχημένο βιβλιοπώλη της πόλης μας, κύριο Καβαλλιέρο Λευτέρη, και τέλος τον εκδότη μου κύριο Δαρδανό Γιώργο που για άλλη μία φορά πραγμάτωσε τις φιλοδοξίες μου.

ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΡΗΣ

Συνώνυμα

ΠΡΟΟΙΜΙΟ


Κάθε άνθρωπος νιώθει υπερήφανος για την γλώσσα του, για την ιστορία του, για τον πολιτισμό του. Η ιστορική γνώση και η συνεχής επιστημονική αναζήτηση των γλωσσικών δεδομένων και ιδιαιτεροτήτων ενός λαού αποτελούν αναμφίβολα μία επιτυχή σύζευξη για τη βαθύτερη κατανόηση της εξελικτικής του πορείας. Ο συσσωρευμένος πλούτος της ελληνικής γλώσσας αποκτά ιδιαίτερη αξία στη σημερινή εποχή, γιατί καθρεφτίζει την ιστορική πορεία του λαού μας αλλά και τη δυναμική που πάντοτε μας διέκρινε στο να δημιουργούμε το νέο, να συνθέτουμε το υπάρχον και να αφομοιώνουμε το ξένο. Είναι, λοιπόν, υποχρέωσή μας αυτόν τον πλούτο να μην τον αφήσουμε ανεκμετάλλευτο. Η ετυμολογική αναζήτηση και καταγραφή, η εννοιολογική προσέγγιση και ανάδειξη, η έρευνα της φωνολογικής και μορφολογικής εξέλιξης των λέξεων, η εμπεριστατωμένη μελέτη της γραμματικής και του συντακτικού στο σύνολο της γλώσσας, συνθέτουν τομείς δράσης για ουσιαστική επεξεργασία και παραπέρα πρόοδο του γλωσσικού μας πολιτισμού. Λεξικολογία και λεξικογραφία βαδίζουν παράλληλα στον τομέα της γλωσσολογίας οικοδομώντας ένα σύγχρονο πεδίο έρευνας αλλά και άσκησης των γλωσσικών δυνατοτήτων μας.
Κάθε λεξικογραφική πρωτοβουλία εντάσσεται στην αδιάλειπτη έρευνα για εμπλουτισμό και αποσαφήνιση του λεκτικού πεδίου των μελών μιας κοινωνίας με κοινά γλωσσικά γνωρίσματα. Η δημιουργία ενός θεματικού, ή καλύτερα, ειδικού λεξικού στηρίζεται στη συναγωγή λημμάτων με σαφή προσδιορισμό την επιλεκτική άντληση λεκτικών στοιχείων μέσα από ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πλήθος αυτόνομων λέξεων. Με βάση αυτή τη μεθοδολογική αρχή εμφανίζεται, συνήθως, ένα λεξικό συνωνύμων λέξεων σ’ οποιαδήποτε γλώσσα κι αν θελήσουμε να το αναζητήσουμε. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αναζήτησης το λεξικό των συνωνύμων που παρουσιάζω φιλοδοξεί να εμπλουτίσει και να αναβαθμίσει το λόγο.
Συνώνυμα ή συνώνυμες λέξεις λέγονται οι λέξεις που αν και είναι διαφορετικές αναμεταξύ τους έχουν περίπου την ίδια σημασία. Σημασιολογικά λοιπόν δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζονται απόλυτα, φανερώνουν όμως περίπου το ίδιο, ανεξάρτητα της κυριολεκτικής ή μεταφορικής τους χρήσης στο λόγο. Σ’ ένα τέτοιο λεξικό οι λέξεις αποκτούν ιδιαίτερη αξία, αφού η κάθε μία από μόνη της ερμηνεύει, επεξηγεί, διαφωτίζει, αποσαφηνίζει, διευκρινίζει, καθιστά σαφές το βασικό λήμμα.
Συνώνυμες λέξεις συναντούμε σε όλους τους χρόνους και σε όλες τις γλώσσες. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με την ελληνική γλώσσα σε όλα τα στάδια της εξέλιξής της όπως εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα.

Αρχαία ελληνική 1500 π.Χ. [ανάγνωση γραμμικής γραφής Β΄σε πινακίδες της Κνωσού] ή 720 π.Χ. [με βάση το κείμενο της αρχαιότερης ελληνικής επιγραφής στην οινοχόη του Διπύλου] - 323 π.Χ
Ελληνιστική Κοινή 323 π.Χ - 330 μ.Χ.
Μεσαιωνική ελληνική 330 μ.Χ. - 1453 μ.Χ.
I. πρώιμη βυζαντινή
II. βυζαντινή
III. μεταβυζαντινή 330 μ.Χ. – 600 μ.Χ.
600 μ.Χ. – 1200 μ.Χ.
1200 μ.Χ. – 1453 μ.Χ.
Νεοελληνική 1453 μ.Χ. έως και σήμερα

Με τη χρήση των συνωνύμων λέξεων αυξάνει ο λεξιλογικός πλούτος κάθε χρήστη της γλώσσας. Όσο πιο πλούσιο είναι το λεξιλόγιο, τόσο πιο πλούσιος γίνεται ο λόγος και τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει για να εκφράσει ο κάθε άνθρωπος την πολυπλοκότητα των σχέσεων, των καταστάσεων ή των δημιουργημάτων του.
Στην περίπτωση του επιστήμονα – ερευνητή η ύπαρξη διαφόρων όρων για την απόδοση μιας συγκεκριμένης έννοιας είναι θεμιτή έως ότου η ίδια η ζωή καθιερώσει το έναν ή τον άλλο όρο. Διόλου όμως απίθανο να «επιβιώσουν» και να αποκτήσουν διαχρονική αξία περισσότεροι του ενός όροι εάν ο χρόνος τους διαφοροποιήσει σημασιολογικά, έτσι ώστε να προσεγγίζουν τη συγκεκριμένη έννοια από μιαν άλλη οπτική γωνία.
Όμως και ο καθημερινός λόγος του κάθε πολίτη αποκτά σπάνια ομορφιά, όταν αυτός διανθίζει τη σκέψη και τα επιχειρήματά του με λέξεις που πιστοποιούν την ακρίβεια των λεγομένων του. Οι συνώνυμες λέξεις αποκτούν ιδιαίτερη αξία, γιατί με την παρουσία τους στο λόγο αποφεύγεται η συχνή επανάληψη των ίδιων λέξεων, φαινόμενο πληκτικό και μονότονο στη διαδικασία της επικοινωνίας.
Σίγουρα ο αριθμός των λέξεων που χρησιμοποιεί ο σημερινός Έλληνας είναι μικρός σε σχέση με τον όγκο των λημμάτων που θα συναντήσει κανείς σε ένα τέτοιο λεξικό. Είναι όμως πολύ λογικό να συμβαίνει αυτό ακόμα και σ’ έναν πολίτη με ικανοποιητική παιδεία, γιατί οι καθημερινές του ανάγκες ή οι συνθήκες του περιβάλλοντος στο οποίο δημιουργεί δεν απαιτούν ευρύ λεξιλογικό πεδίο. απαιτούν εξειδικευμένο πεδίο που στερείται της ποιητικής ομορφιάς. Είναι, επίσης, πολύ λογικό ο κάθε χρήστης να μη μπορεί πνευματικά να συγκρατήσει τον τεράστιο γλωσσικό μας πλούτο. Η καθημερινή λοιπόν αναγκαιότητα, για ολοκληρωμένη και
καλύτερη διατύπωση της σκέψης, επιβάλλει ποικιλία συγγραφικών εργασιών με μεθοδολογικές επιλογές που να συνδράμουν το μέσο πολίτη στην υλοποίηση των προσπαθειών του. Το λεξικό των συνωνύμων λέξεων θέλει να συμβάλλει σ’ αυτόν τομέα, βγάζοντας από το αδιέξοδο και οδηγώντας τον αναγνώστη σε γρήγορες και ικανοποιητικές λύσεις.
Το λεξικό αυτό περιλαμβάνει λέξεις οι οποίες προέρχονται ως επί το πλείστον από τις εξής κατηγορίες:

Α) από το σχηματισμό νεότερων λέξεων με όμοια περίπου σημασία με τις παλαιότερες π.χ.:
α) υποπτεύομαι και υποψιάζομαι, β) παλίνδρομος, -η, -ο(ν) και περιοδικός, επανερχόμενος, γ) αγλαός, -ή, -ό, και αστραφτερός, δ) αδολεσχία και αερολογία, κενολογία, περιττολογία, βερμπαλισμός, ε) άρκτος και αρκούδα [μσν.].

Β) από τη σημασιολογική μετακίνηση και τη σύμπτωση της νέας σημασίας προς την έννοια άλλης ή άλλων λέξεων π.χ. α) βούλομαι και θέλω, β) νομίζω και θαρρώ, γ) λαθεύω και μπερδεύω, δ) εσθίω και τρώγω, ε) ενέχω [= κρατώ, αρχ.] και περιέχω ή εμπεριέχω, ε) σκαλώνω και 1. αγκιστρώνομαι, 2. (μτφ.) σκοντάφτω.

Γ) από τη συγγενική σημασιολογικά προσέγγιση του βασικού λήμματος με άλλες λέξεις π.χ. α) κιούγκι και υδροσωλήνας, αγωγός, οχετός, β) κορβανάς και ταμείο, κάσα, χρηματοκιβώτιο, θησαυροφυλάκιο, γ) κάθισμα και καρέκλα, πολυθρόνα, σκαμνί.

Δ) από την απόλυτη σημασιολογική ταύτιση του βασικού λήμματος με τις συνώνυμές του δηλ. τις ταυτόσημες λέξεις ή ταυτόσημα π.χ. κόκορας και πετεινός ή αλέκτωρ, όρνιθα και κότα, ύδωρ και νερό, άλογο και ίππος, [ποιητ. τ.] άτι, φλαμούρι και τίλιο.

Ε) από την αποδοχή και επίσημη ένταξη ξένων - δάνειων λέξεων με όμοια περίπου σημασία προς τις πρωτότυπες λέξεις, π.χ. βοσκός και τσομπάνης, φιλάργυρος και τσιγκούνης, λατομείο και νταμάρι, επόπτης γραμμών και λάινσμαν, σανίδωμα και παρκέ, χειροπάλη και μπραντεφέρ.

Υπάρχουν βέβαια λέξεις που όσο κι αν ψάξει κανείς είναι αδύνατον να βρει συνώνυμές τους όπως λ.χ. εφορεία, άζωτο, εκδότης, πρεσβυωπία, κιθάρα, ποδήλατο, αζιμούθιο, κ.ά. Αντίθετα, υπάρχουν άλλες που εκτός της κυριολεκτικής τους διάστασης παρουσιάζουν πολλαπλές εννοιολογικές εκδοχές δικαιολογώντας τις περισσότερες φορές και συνώνυμες λέξεις π.χ.

ανατολή, • 1. αυγή, χάραμα, λυκαυγές, λυκόφως, φέξη, 2. (συνεκδ.) ξημέρωμα, 3. (περιληπτ.) οι ανατολικές χώρες, οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, το λεγόμενο «ανατολικό μπλοκ», ο ανατολικός στρατιωτικός συνασπισμός, δηλ. το «Σύμφωνο της Βαρσοβίας».
ανεγείρω, • 1. θεμελιώνω, οικοδομώ, κτίζω, αναστηλώνω, 2. ορθώνω, εγείρω, ανορθώνω, στήνω, υψώνω, 3. αφυπνίζω, 4. (μτφ.) εμψυχώνω, ενθουσιάζω, αναπτερώνω, ζωογονώ.
ανεπαρκής, -ής, -ές, • 1. ελλιπής, λειψός, 2. (μτφ.) ανάξιος, ανίκανος, αδέξιος, 3. μειονεκτικός, αναποτελεσματικός.
εισβολή, η, • 1. (στρατ.) έφοδος [σε ξένη χώρα], επίθεση, εφόρμηση, 2. (μτφ.) ξεφύτρωμα.
εκδίδω, • 1. δημοσιεύω, κυκλοφορώ, 2. (για νομίσμ.) κόβω, 3. (για έγγραφα) βγάζω, 4. προάγω, 5. (μέσ.-εκδίδομαι) εκπορνεύομαι, πουλιέμαι, 6. (νομ.) παραδίδω [καταζητούμενο].
κανόνι, το, • 1. (στρατ.) α) πυροβόλο, τηλεβόλο, β) κανονιά, ομοβροντία, κανονιοβολισμός, 2. (μτφ.) α) οικονομική χρεοκοπία, β) απόρριψη μαθητή, γ) έξυπνος, άριστος, ο πολύ καλός μαθητής.
μαούνα, η, • 1. (ναυτ.) φορτηγίδα, 2. (μτφ.) δυσκίνητη [γυναίκα].
νούμερο, το, • 1. (μαθημ.) αριθμός, ψηφίο, 2. (για ρούχα) μέγεθος, 3. (θέατρ.) αυτοτελής σκηνή, πράξη, σκηνή, ρόλος, ατραξιόν, κλου, 4. (μτφ.) γελοίος, γελοίο υποκείμενο, καραγκιόζης, ρεζίλης

Όταν πολλές από τις συνώνυμες λέξεις περιθωριοποιούνται από τους λογοτέχνες, από τους δασκάλους, από την καθημερινή συναναστροφή του κόσμου άλλοτε γιατί αποτελούν κομμάτια ξεχασμένων εικόνων κι άλλοτε γιατί αποτελούν τον κώδικα επικοινωνίας μιας ελιτίστικης ομάδας μοιραία παύουν να υπάρχουν και να καταγράφονται σε νέες λεξικογραφικές εργασίες. Με την ίδια, περίπου, λογική ο ελληνισμός προσπάθησε να αποβάλει από το γλωσσικό του κορμό λέξεις, για παράδειγμα τούρκικες, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Ίσως αυτές να υπάρχουν στα χείλη κάποιων παλαιοτέρων που αντιστέκονται στο χρόνο, καθαρά συναισθηματικά. Είναι βέβαιο, όμως, πως στο μέλλον μόνο μέσα από το λεξικό της τουρκικής γλώσσας θα μπορούμε να τις ερμηνεύουμε όταν θα τις συναντούμε σε κάποιο γραπτό κείμενο, π.χ.

αβάζος, ο, • 1. βροντόλαλος, βροντόφωνος, 2. φωνακλάς, αγριόφωνος.
αζάτης, ο, • άταχτος, απείθαρχος, ζόρικος.
αντέτι, το, • άγραφτος νόμος, παράδοση, θεσμός, συνήθειο, ζακόνι.
ασλάνι, το, • 1. λιοντάρι, 2. (μτφ.) παλληκάρι, ρωμαλέος, υγιής [άνθρωπος].
βεζ(ι)νές και βεζενές, ο, • (φυσ.) ζυγός [ακριβείας], παλάντζα, μπαλάντσα.
γαζέπι και γκαζέπι, το, • κακοτυχία, αναποδιά, δυστυχία.
γιαπράκι, το, • (μαγειρ.) ντολμάς, σαρμάς.
γιαρένης, ο, • (κοινωνιολ.) 1. α) σύζυγος, β) εραστής, γ) σύντροφος, 2. (μτφ.) συνοδοιπόρος, συνεπιβάτης.
γκεβεζές, ο, • 1. φλύαρος, πολυλογάς, μωρολόγος, περιττολόγος, 2. αστείος, αστειολόγος, χωρατατζής, καλαμπουρτζής, πλακατζής, ευθυμολόγος, ευτράπελος, φαιδρός, κωμικός, γελοίος.
ζαΐμης, ο, • 1. (επάγγ.) εισπράκτορας, 2. (ιστορ.) γαιοκτήμονας [επί τουρκοκρατίας].
ζαΐφης, ο, • καχεκτικός, φιλάσθενος, ασθενικός, ζαγανιάρης, ισχνός, ανίσχυρος, άρρωστος.
κερχανάς, ο, • 1. μαγαζί, κατάστημα, εργοστάσιο, βιομηχανία, 2. (μτφ.) πορνείο, χαμαιτυπείο, οίκος ανοχής, κακόφημος οίκος.
Και πολλές άλλες λέξεις.
Στη συγκεκριμένη εργασία η εύρεση των συνωνύμων λέξεων βασίστηκε όχι μόνο στα σημερινά γνωστικά δεδομένα αλλά και στους θησαυρούς τους παρελθόντος που κοσμούν την ελληνική γραμματεία. Η καταγραφή των συνωνύμων αναγκαστικά περιορίστηκε για το κάθε λήμμα μόνο στις εννοιολογικές εκείνες εκδοχές που επιτρέπουν την ύπαρξη τους π.χ.:

Εννοιολογική καταγραφή
[από το «λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Χ.Παπακυριακού, εκδόσεις Κωστόγιαννος]
άβακας, ο, ουσ. • 1. όργανο για την πραγματοποίηση αριθμητικών πράξεων, 2. επίπεδη επιφάνεια κατάλληλη για γραφή, ΣΥΝΩΝ. πλάκα, 3. (αρχιτ.) τετράγωνη πλάκα που βρίσκεται στο ανώτερο σημείο του κιονόκρανου.
Συνώνυμα
άβακας, ο, • πλάκα, πινακίδα υπολογισμού.

Εννοιολογική καταγραφή
αγγαρεία, η, ουσ. • 1. καταναγκαστική εργασία, 2. βαριά στρατιωτική εργασία, 3. (γεν.) κάθε εργασία που γίνεται χωρίς θέληση, χωρίς ενδιαφέρον, 4. (νομ.) όρος του διεθνούς δικαίου που δηλώνει επίταξη πλοίου.
Συνώνυμα
αγγαρεία και αγγαρειά, η, • 1. αγγάρεμα, καταναγκασμός, δουλεία, 2. χαμαλίκι, χοντροδουλειά.

Εννοιολογική καταγραφή
ελαστικός, -ή, -ό, επίθ. • 1. (φυσ.) αυτός που έχει τη δυνατότητα να εκτείνεται ή να μεταβάλλει το σχήμα του και στη συνέχεια να επανέρχεται στην αρχική του θέση, 2. (μτφ.) α) αυτός που δεν έχει σταθερές αρχές, που εύκολα μεταβάλλει τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις του, β) αυτός που δεν είναι αυστηρός, 3. αυτός που διακρίνεται για την ευλυγισία και ευκινησία του, 4. (το ουδ. ως ουσ. - ελαστικό) α) το γνωστό καουτσούκ, β) (πληθ.) τα λάστιχα των τροχών του οχήματος.
Συνώνυμα
ελαστικός, -ή, -ό, • 1. εύκαμπτος, ευλύγιστος, εύπλαστος, λυγερός, 2. (μτφ. - ως χαρακτηρισμός για πρόσωπα) μαλακός, ήπιος, υποτονικός, 3. (το ουδ. ως ουσ. ελαστικό) α) καουτσούκ, κόμμι, λάστιχο, β) (πληθ.) τα λάστιχα [των αυτοκινήτων].

Ίσως για εκείνους που αρέσκονται στη δύναμη των αριθμών αξία έχει και η αρίθμηση των λημμάτων του κάθε αρχείου ή και ο συνολικός αριθμός των συνωνύμων λέξεων που ενσωματώνονται στην εργασία αυτή. Οι επιλογές που μπορεί να κάνει κάποιος είναι ζήτημα προσωπικής φαντασίας και επιστημονικής ανησυχίας.





Ονομασία αρχείου Βασικά λήμματα Ονομασία αρχείου Βασικά λήμματα Ονομασία αρχείου Βασικά λήμματα

Άλφα 4.774 Γιώτα 350 Ρο 499
Βήτα 939 Κάπα 3.370 Σίγμα 2.467
Γάμα 1.061 Λάμδα 746 Ταυ 933
Δέλτα 1.349 Μι 2.057 Ύψιλον 482
Έψιλον 2.742 Νι 671 Φι 671
Ζήτα 355 Ξι 644 Χι 666
Ήτα 215 Όμικρον 815 Ψι 226
Θήτα 447 Πι 3.121 Ωμέγα 88

ΣΥΝΟΛΟ 24 Αρχείων 29.697

ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Κάθε άτομο έχει το δικό του τρόπο αφομοίωσης της γνώσης. Το γράφημα, δηλαδή η γραφική παράσταση γενικότερα, δημιουργεί το σχεδιαστικό εκείνο περιβάλλον εντός του οποίου τα δεδομένα θα πάρουν μία συγκεκριμένη θέση και θα μορφοποιήσουν με τον τρόπο τους το σύνολο της σκέψης. Με το γράφημα, μπορεί κανείς να αντιληφθεί, ευκολότερα από οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τις ιδιαιτερότητες του θέματος αλλά και το μέγεθος του περιεχομένου με το οποίο ασχολείται.
Οι πίνακες που ακολουθούν στηρίζονται στον παραπάνω πίνακα, δηλαδή στα μεγέθη των αρχείων και στους αριθμούς των λημμάτων εκείνων της γλώσσας μας που μπορούν να εμφανίζουν έστω και ένα συνώνυμο. Εξίσου όμως σημαντικός είναι και ο αριθμός των συνωνύμων λέξεων που πλαισιώνει τα λήμματα αυτά. Είναι βέβαια πολύ λογικό τα τραβούν την προσοχή μας τα γράμματα εκείνα με το μεγαλύτερο πλήθος λημμάτων και φυσικά με το μεγαλύτερο πλήθος συνωνύμων λέξεων.